Προβληματισμοί

Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη:

H Mελαγχολία ως δύναμη δημιουργίας

 

«Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάπως ξέρεις από φάρμακα»

(Κ. Καβάφης)

1. Η μελαγχολία και η ελληνική Αρχαιότητα: «Διὰ τὶ πάντες ὅσοι περιττοὶ γεγόνασιν ἄνδρες ἢ κατὰ φιλοσοφίαν ἢ πολιτικὴν ἢ ποίησιν ἢ τέχνας φαίνονται μελαγχολικοὶ ὄντες καὶ οἱ μὲν οὕτως ὥστε καὶ λαμβάνεσθαι τοῖς ὑπὸ μελαίνης χολῆς ἀρρωστήμασιν;» ρωτάει ο μαθητής του Αριστοτέλη Θεόφραστος στο ψευδο-αριστοτελικό σύγγραμμά του, το γνωστό υπό τον τίτλο Προβλήματα (Λ, 1). Βέβαια το φαινόμενο της μελαγχολίας, γνωστό από τον καιρό του Ηρακλείτου ως «ἱερὰ νόσος» και μέχρι σήμερα, αντιμετωπιζόμενο από την επιστήμη ως σωματικό και ψυχικό νόσημα, για πρώτη φορά μελετήθηκε ως τέτοιο από τον Ιπποκράτη και το Γαληνό. Από τότε μέχρι σήμερα η μελαγχολία δεν έπαυσε να απασχολεί όχι μόνο τους κοινούς ανθρώπους, αλλά προπάντων τους επιστήμονες ερευνητές. Στην παγκόσμια βιβλιογραφία αφθονούν τα σχετικά δημοσιεύματα, ενώ κατά τα τελευταία χρόνια πυκνώνονται τα σχετικά συνέδρια και οι μεγάλες εκθέσεις εικαστικών δημιουργιών. Γιατί φαίνεται ότι η μελαγχολία αποτελεί ένα πολύ έντονο φαινόμενο ατόμων και κοινωνιών της εποχής μας, αποχαρακτηρίζεται ως ασθένεια και προβάλλεται ως ένδειξη υγείας, περίσκεψης, φιλειρηνισμού και δημιουργικότητας. 

Αλλά ήδη στο σύγγραμμα «Προβλήματα» η μελαγχολία αναφέρεται ως θετικό γνώρισμα υγιούς και εξόχως δημιουργικού χαρακτήρα και μάλιστα πολύ ευεργετικό για την ανάδειξη μεγάλων δημιουργών και επικράτηση του δικαίου μέσα στην κοινωνία. Εκεί καταγράφονται ως μελαγχολικοί χαρακτήρες: ο Ηρακλής, ο ημίθεος ήρωας των Δωριέων και ολόκληρης της Ευρώπης· ο Βελλερεφόντης, ο μυθικός Κορίνθιος ήρωας, που με το φτερωτό του άλογο, τον Πήγασο, επιχείρησε με θανάσιμο πείσμα να διαρρήξει το θόλο του ουρανού, για να γνωρίσει τί βρίσκεται επέκεινα· ο Αίας ο Τελαμώνιος, ο γενναιότερος ήρωας του τρωικού πολέμου· οι φιλόσοφοι Εμπεδοκλής, Σωκράτης, Πλάτων· ο βασιλιάς της Σπάρτης Λύσανδρος και πολλοί άλλοι φιλόσοφοι, πολιτικοί, ποιητές και καλλιτέχνες. 

2. Η μελαγχολία ως θανάσιμο αμάρτημα: Και μολονότι η ελληνική Αρχαιότητα είχε δει στη μελαγχολία τον ευτυχή όρο της ψυχοπνευματικής υγείας και δημιουργίας, όμως επέλασαν στους λαούς της Ευρώπης τα μονοθεϊστικά θρησκεύματα, τα οποία κατέταξαν τη μελαγχολία στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και την ταύτισαν με την κατάθλιψη (depression). Αγνόησαν δηλαδή ότι ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης (460-377) στο σύγγραμμά του «Περὶ φύσιος ἀνθρώπου» και έξι αιώνες αργότερα ο Γαληνός (131-201) ακολούθησαν τη συνδυαστική θεωρία του Εμπεδοκλή για τα τέσσερα στοιχεία (πυρ, αέρας, γη, νερό) και εισήγαγαν στην επιστήμη τη θεωρία της κράσης των υγρών του σώματος (αίμα, φλέγμα, κίτρινη χολή, μαύρη χολή). Από την ανάμιξη αυτών των υγρών καθορίστηκε αργότερα ο ψυχοσωματικός τύπος κάθε ατόμου, ως τύπος χαρακτήρα, ως ιδιοσυγκρασία του ατόμου, ως το τεμπεραμέντο του. Έτσι μίλησαν για τον αιματώδη τύπο, τον φλεγματικό, το χολερικό και το μελαγχολικό. Πίστεψαν πως η μείξη των υγρών σε κανονική αναλογία προκαλεί την «ευκρασία», δηλ. την υγεία, ενώ η ανώμαλη μείξη επιφέρει την «δυσκρασία», δηλ. την αρρώστια. Παρά ταύτα λόγω των θρησκευτικών διδασκαλιών αντιμετωπίστηκε η μελαγχολία ως αρρώστια μέχρι τις αρχές της Αναγεννήσεως, αφού μ’ αυτή πλεονάζει η μαύρη χολή, η οποία θεωρούνταν ως έκκριμα δαιμονικής φύσεως. Και ονόμασαν τούτο το πανανθρώπινο ψυχοσωματικό φαινόμενο «μελαγχολία», από την πίστη πως στο μελαγχολικό χαρακτήρα, κατά την μείξη των τεσσάρων υγρών, πλεονάζει πάντα η μέλαινα χολή.

 3. Ο τύπος του μελαγχολικού έχει την ιδιοσυγκρασία, η οποία κλίνει προς τη βαρυθυμία και την κατάθλιψη. Αυτές οι ψυχικές καταστάσεις, που παρουσιάζονται επεισοδιακά ή μόνιμα σε διάφορους ανθρώπους, αποτέλεσαν συχνά όχι μόνο δύναμη δημιουργίας και ανάδειξης μεγάλων προσωπικοτήτων, αλλά και πηγή έμπνευσης για τη σύνθεση μεγάλων έργων τέχνης (Λογοτεχνίας, Γλυπτικής, Ζωγραφικής, Μουσικής, Χορού κλπ.). Η θεωρία αυτή της ανάμειξης των υγρών του σώματος, με ελάχιστες μεταβολές, διατηρήθηκε σε αδιάκοπη ισχύ για πάνω από 2000 χρόνια, δηλ. μέχρι τις ημέρες μας. Και τούτο μαρτυρείται από την ανάπτυξη της Βιοχημείας όσο και της Ενδοκρινολογίας.  

Η μελαγχολία είναι αναγκαία για τη ζωή όπως είναι το νερό και ο αέρας. Ιδιαίτερα σήμερα μεγάλοι φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι ισχυρίζονται ότι η μελαγχολία όχι μόνο δεν είναι αρρώστια, αλλά είναι μια ποθητή ιδιότητα χαρακτήρα σκεπτόμενου, σιωπηλού και δημιουργικού. Ο μελαγχολικός είναι βαθυστόχαστος, ευαίσθητος προς τους άλλους και προς τον εαυτό του, σοβαρός, φυσιολάτρης, φιλομαθής και ερωτικός· αντλεί από το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, ζει μέσα σ’ ένα κράμα λύπης και ευτυχίας, αλλά ενδέχεται να βυθισθεί και σε μια αδιέξοδη κατάθλιψη, η οποία πάλι δεν είναι ασθένεια, αλλά επικίνδυνη υπερβολή μελαγχολίας, που μπορεί να οδηγήσει και στην αυτοκτονία.

Η χολή αντιστοιχούσε στο εμπεδόκλειο στοιχείο γη, στην εποχή του φθινοπώρου, στην ηλικία του ενήλικα, στο δειλινό της ημέρας και κατά την αστρολογική αντίληψη του μεσαίωνα στα ζώδια του Ζυγού, του Σκορπιού και του Τοξότη. Και αυτά είναι κάποια από τα γνωρίσματα του μελαγχολικού.

  4. Ο Μαρσίλιος Φικίνος ως ανανεωτής της θετικής μελαγχολίας: Τη θετική αποτίμηση της μελαγχολίας ως δημιουργικής δύναμης του ανθρώπου, όπως είδαμε στο ψευδο-αριστοτελικό σύγγραμμα «Προβλήματα», την υποστήριξε πρώτος κατά την Αναγέννηση ο Ιταλός ανθρωπιστής, φιλόσοφος, γιατρός, ερμητικός αστρολόγος και ανανεωτής της πλατωνικής και πλωτινικής φιλοσοφίας στην Ακαδημία των Μεδίκων, ο Μarsilius Ficinus (1433-1499). Στο έργο του De vita (Κεφ. IV) γράφει: «Η μαύρη χολή, η οποία είναι ίδια με το κέντρο του κόσμου, έχει την ακράτητη τάση να εξερευνά το βάθος όλων των πραγμάτων και να μας οδηγεί πέρα από τον εαυτό μας, για να κατανοήσουμε τα ύψιστα πράγματα, γιατί αυτή έχει κοινότητα με τον Κρόνο, τον ανώτατο (πιο απόμακρο) πλανήτη».

Ο Μαρσίλιος Φικίνος σε επιστολή του προς το φίλο του Giovanni Calvacanti έγραψε ότι είχε τέλεια άγνοια και γι’ αυτό ήταν απελπισμένος. Και αυτό τάχα οφειλόταν στην ισχυρή επίδραση, που ασκούσε πάνω στο πνεύμα και τα συναισθήματά του ο πάντα αστάθμητος Κρόνος, αυτό το κακόβουλο αστέρι, ένας θεός του σκότους, του ψύχους και των δυσκολιών. Ο Κρόνος, γιος του Ουρανού, είναι ο θεός, που καταβροχθίζει τα παιδιά του και γι’ αυτό τον ευνούχισαν και τον καταταρτάρωσαν. Ο κακός αυτός θεός είναι κατά την αστρολογική Ιατρική ο κύριος της μαύρης χολής, του σπλήνα και της ξηρής και ψυχρής γης. Αυτή η συμπλοκή Αστρολογίας, θεωρίας των στοιχείων, Ανατομίας και Παθολογίας των υγρών σχηματίζει τον τύπο του μελαγχολικού τεμπεραμέντου.

 Ο Φικίνος λοιπόν παραπονείται, γιατί υπόκειται σ’ αυτές τις αδυσώπητες σκοτεινές δυνάμεις· αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην τόλμη και την ατολμία, τη θλίψη και την απερισκεψία, τις απρόβλεπτες και αιφνίδιες μεταστροφές του θυμικού του κόσμου· μιλάει ως άτομο, που πάσχει και ως ένας στοχαστής, που στρέφει το φακό της έρευνας μέσα στον ίδιο τον εαυτό του. Τούτη όμως ήταν η ώρα, που η ιστορία της μελαγχολίας θα έπαιρνε στροφή προς την υποκειμενική εμπειρία του πόνου και του χαμένου προσανατολισμού, για τα οποία αυτουργός θεωρούνταν ο αλλοπρόσαλλος Κρόνος. Αλλά ο φίλος του τού απάντησε ότι θα έπρεπε αντίθετα να είναι ευγνώμων προς τον Κρόνο, γιατί εκείνος τού χάρισε τη σοφία και την παιδεία καθώς και τη μοναδική ικανότητα να διδάσκει την ελληνική φιλοσοφία και τον αιγυπτιακό ερμητισμό. Με την απάντηση αυτή ο Φικίνος αποδέχθηκε το δυϊσμό και την πόλωση των ψυχικών δυνάμεων και μετέτρεψε τον ψυχισμό του προς την melancholia generosa, τη μελαγχολία των περίφημων προσωπικοτήτων, όπως την επεσήμανε πρώτος εκείνος ο αρχαίος Θεόφραστος.

 5. Ο πολωτικός χαρακτήρας του μελαγχολικού: Έτσι συμπληρώθηκαν και οι δύο πλευρές του κρόνειου χαρακτήρα: από τη μια τα βάσανα και η παραφροσύνη και από την άλλη ο θεϊκός φωτισμός και η ένθερμη έρευνα. Και οι δύο αυτές πλευρές συνθέτουν τον τύπο του φιλοσόφου και του διανοούμενου καλλιτέχνη. Είναι ο τύπος της δικής μας εποχής. Είναι ο άνθρωπος με τη διεσπαραγμένη συνείδηση, ο σοφός με την τραγική εσωτερικότητα, ο αλλοτριωμένος, ο άνθρωπος των άκρων, ο αιωρούμενος ανάμεσα στις πιο σκοτεινές και βαθιές σκέψεις και τα καταγλαϊσμένα οράματα, ο ζητητής των πιο δυσάρεστων και αιρετικών αληθειών, ο ριψοκίνδυνος σύντροφος εκείνων, που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τα δίχτυα της κατάθλιψης ή το θάμβος της έκστασης. Είναι ο αδέσμευτος και συνάμα ο ελαυνόμενος από αχαλίνωτο ερωτισμό. Είναι ο κατ’ εξοχήν ερωτικός δημιουργός.

 6. Η Μελαγχολία του Άλμπρεχτ Ντύρερ: Ένας διανοούμενος καλλιτέχνης με κρόνειο χαρακτήρα ήταν ο μεγάλος Γερμανός καλλιτέχνης Albrecht Dürer (1471-1528), o οποίος έζησε και δημιούργησε κατά τον αιώνα του Ανθρωπισμού και της Μεταρρύθμισης. Ολόκληρη την περί τέχνης θεωρία του ο Ντύρερ την έκλεισε στην περίφημη χαλκογραφία του, που ο ίδιος την τιτλοφόρησε Melencholia I, αναγράφοντας (στον άκρως αινιγματικό αριθμοπίνακα του έργου) τον αριθμό 1514 ως έτος αποπερατώσεώς του. Στο έργο εικονίζεται μια μελαγχολική αγγελόμορφη γυναίκα καθισμένη με υπομονή˙ σιωπηλή πάνω σε μιαν απλή πέτρα· με τη γροθιά της στο μάγουλο στηρίζει το κεφάλι της, που φέρει το στεφάνι της δόξας· με την έκφραση του προσώπου της, καθώς βυθίζει το βλέμμα της στο αχανές άπειρο, δείχνει να έχει παραιτηθεί από τα εγκόσμια. Στο έργο αυτό ο μελαγχολικός Ντύρερ, στο κατώφλι της νέας εποχής, η οποία προμήνυε τον αιώνα της αυτονομίας του ανθρώπου, δηλ. την εποχή της Αναγέννησης, δημιούργησε ένα εικαστικό σύμβολο του φιλοσοφικού πεσσιμισμού. Είναι γνωστό ότι ο 20ός αιώνας με την αποθέωση του παραλογισμού έβαλε ασήκωτη ταφόπετρα επάνω στα λείψανα του Διαφωτισμού, ο οποίος τόσο ρομαντικά λίκνισε τα ελπιδοφόρα αλλά θνησιγενή νεογνά της αισιοδοξίας και της ουτοπίας. Το ναυάγιο του Διαφωτισμού το προέγνωσε ο μελαγχολικός καλλιτέχνης, όταν μνημείωνε την αλάθητη πρόγνωσή του με το παγκόσμια γνωστό και μεγάλο έργο «Μελαγχολία.

Η εποχή μας, εποχή της συνείδησης της νεωτερικότητας και του μεταμοντερνισμού, εκφράζεται θαυμάσια μέσα από την ανάλυση αυτού του έργου. Ο σκυθρωπός άγγελος της Μελαγχολίας ατενίζει αυστηρά το άπειρο κενό και περιβάλλεται από αντικείμενα, που έχουν σχέση με κατασκευαστικές τέχνες και με τη γεωμετρία: βιβλίο, σημειωματάριο, διαβήτης, σφυρί, πριόνι, πλάνη, τόρνος, ζυγαριά, χάρακας, καρφιά, τανάλια, κλεψύδρα, καμπανάκι, ένα μαθηματικό και αστρολογικό σχήμα, ένα μαγικό τετράγωνο, ένας ανεγειρόμενος πύργος, μια σφαίρα, ένα λίθινο σώμα με έξι πεντάγωνες πλευρές και δύο τρίγωνες. Όλα αυτά παραπέμπουν σε επαγγέλματα, που προστάτευε ο Κρόνος: ο χτίστης, ο λιθοξόος, ο ξυλουργός, ο τορνευτής, όλοι αυτοί χρησιμοποιούν τη γεωμετρία και τα μαθηματικά. Αλλά στον πίνακά του ο Ντύρερ έβαλε κοντά στα πόδια της Μελαγχολίας ένα γεμάτο βαλάντιο, ενώ δεξιά της και ένα αγγελάκι-ερωτιδέα, να κάθεται επάνω σε μυλόπετρα και κρατώντας το μολύβι να έχει στα γόνατά του κλειστό τεφτέρι, να καταγράψει τα μέλλοντα, που μόνο οι θεοί τα γνωρίζουν, γι’ αυτό με κατηφές βλέμμα κοιτάζει το κενό. Και μπροστά πάνω στο έδαφος ένας γηραλέος σκύλος κουλουριασμένος, απογοητευμένος και σύμβολο της αφοσίωσης, υποδηλώνει συνάμα και μια κρυμμένη επιθετικότητα. Τα τρία αυτά ζωντανά όντα είναι ο συμβολισμός από τη μια της παραίτησης από όλες τις παραπάνω τεχνικές δυνατότητες και από την άλλη της στοχαστικής προσδοκίας και προσήλωσης στο άπειρο κενό. Μια σκάλα, ως κλίμακα του Ιακώβου, στηριγμένη στην οικοδομή φαίνεται ως «γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Στο βάθος μετά τη βροχή ένας ακτινοβόλος ήλιος που πάει να βασιλέψει φωτίζει την πόλη και το γαλήνιο πέλαγος, ενώ μια νυχτερίδα κάτω από τον ουράνιο τόξο απλώνει λευκό πέπλο με την επιγραφή «MELENCHOLIA I»

Τούτη την έκφραση της μελαγχολίας κάποιοι την ερμήνευσαν ως παραίτηση του μεγάλου καλλιτέχνη από τις δυνατότητες της τεχνολογίας για την κατασκευή των μυστικών του Ωραίου. Γιατί η Τέχνη δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε στην Επιστήμη ούτε στην Τεχνολογία, αφού αυτές προσδιορίζουν την εξέλιξη της Ιστορίας. Η Τέχνη αποσχίζεται απ’ αυτές, και συνεπώς και από την Ιστορία, και ακροβατώντας στο μεταίχμιο του πόνου και της σιωπής και μετεωριζόμενη στο βασίλειο των ιδεών δημιουργεί. Και με αυτό το αλληγορικό νόημα της μελαγχολίας καθιερώθηκε τούτο το έργο ως διαρκώς επίκαιρο.  

7. Ο μελαγχολικός ως εχθρός του χρόνου: Ο Κρόνος (=χρόνος) είναι ο αδυσώπητος θεός, που τρώγει τα παιδιά του. Ο πανδαμάτωρ χρόνος, που κινεί το ποτάμι της Ιστορίας, και την μεταβάλλει σε ένα απέραντο κρανίου τόπο και αχανή ερειπιώνα, όπου όλα καταρρέουν, ρέουν και τίποτε δεν επαναλαμβάνεται, αυτή η ματαιότητα των εγκοσμίων, αυτή η οδυνηρή ελαφρότητα του Είναι, λειτουργεί ως «φρικτό μαχαίρι» στη συνείδηση του στοχαστή και του καλλιτέχνη και τους μεταβάλλει σε μελαγχολικούς. Και για να ανασχέσουν με το πείσμα της δημιουργίας την καταστροφική ορμή του ρεύματος της Ιστορίας, μοχθούν να στήσουν μέσα στην απρόβλεπτη πορεία του πατέρα τους Χρόνου ως ορόσημα «του ερωτισμού τους τα οράματα». Γιατί πράγματι ο πληγωμένος ναρκισσισμός γεννάει τη μελαγχολία, η οποία, για να αντιμετωπισθεί, οδηγεί στον έρωτα της δημιουργίας. Έτσι προβλέπεται ότι η αποθέωση του «Εγώ» στις κοινωνίες της χλιδής και της σπατάλης θα φέρει σ’ αυτούς τους λαούς κύμα μελαγχολίας. Και επειδή οι μελαγχολικοί χαρακτήρες είναι εξόχως ερωτικοί, είναι ακριβοί ευνούχοι τόσο της πάνδημης όσο και της ουράνιας Αφροδίτης, ελπίζεται ότι τότε θα πρυτανεύσει ειρήνη και δικαιοσύνη, θα ελαττωθεί η αθλιότητα του Τρίτου Κόσμου κι ίσως οι άνδρες παύσουν να είναι φιλοπόλεμοι και συνδεθούν με τη φύση, για να ασχολούνται με τη γνώση και την αγάπη. .

 8. Η φαντασία και ανατομία της μελαγχολίας: Οι δημιουργοί με τη φαντασία τους, που συγγενεύει στενά με τη μελαγχολία και την ουτοπία, περισσότερο από κάθε άλλη δύναμη της ψυχής, συλλαμβάνουν τα μέτρα, τις γραμμές, τα σχήματα και τα χρώματα και με τη βοήθεια των στοιχείων της γης και του νερού, τα οποία διαθέτουν πυκνότερη σύσταση από εκείνη της φωτιάς και του αέρα, προχωρούν στο στήσιμο των συλλήψεών τους.

Τη δύναμη της φαντασίας στο έργο του στοχαστή καλλιτέχνη ανέλυσε διεξοδικά ο αγγλικανικός κληρικός Robert Burton (1577-1640) στο τρίτομο ψευδο-ιατρικό και επικό σύγγραμμά του «Η ανατομία της Μελαγχολίας». Στην εισαγωγή του βιβλίου γράφει: «Η φαντασία διαθέτει εκπληκτικές δυνάμεις και προκαλεί θαυμάσιες επιδράσεις. Αυτό ισχύει γενικά, και ιδιαίτερα αφθονεί στους μελαγχολικούς, όπου μετά από σταθερή και σφοδρή επώαση των εντυπώσεών τους νοθεύει τις αντιλήψεις τους, τις παραμορφώνει και τις αναβαθμίζει, ώστε να παρουσιάζονται στο τέλος ως χειροπιαστές πραγματικότητες και να προκαλούνται πολλές ασθένειες».

Ενώ ο Μεσαίωνας είχε αντιμετωπίσει τη μελαγχολία ως θανάσιμο αμάρτημα, η Αναγέννηση την αναγνώρισε ως ασθένεια της μόδας. Το σύγγραμμα τούτου του ειρωνικού, απαισιόδοξου και χαριτολόγου Άγγλου κληρικού σημείωσε τεράστια κυκλοφορία και μέχρι σήμερα αποτελεί ευχάριστο ανάγνωσμα και ανεξάντλητο ταμείο γνώσεων και ιδεών της κλασικής Αρχαιότητας. Η επιτυχία του έργου αυτού δεν οφείλεται μόνο στη σαγηνευτική γραφή του και στον πλούτο των πληροφοριών, αλλά στην εξαντλητική ανατομία όλων των μορφών της μελαγχολίας σ’ όλες τις κοινωνικές ομάδες και σ’ όλους τους ανθρωπολογικούς τύπους. Και παρά το ότι διάφοροι χαρακτήρισαν το συγγραφέα του ως συνήγορο των ιδεών της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής προόδου, ο Burton στο τέλος του έργου του γράφει για τη μεγάλη δύναμη της φαντασίας των μελαγχολικών: «Δε θα μπορούσε να υπάρχει τίποτε τόσο μάταιο, παράδοξο, γελοίο, τερατώδες, ασυνήθιστο, θαυμάσιο κλπ., που τέτοιοι άνθρωποι δεν θα ήταν σε θέση να το φανταστούν». Και όλα αυτά είναι κατορθώματα δημιουργών της ελισαβετιανής εποχής, είναι επιτεύγματα μακράς σειράς δημιουργών και στοχαστών, η οποία κορυφώνεται με ένα Hume, ένα και μοναδικό Shakespeare, ένα Shelley ή Byron. Γι’ αυτό και η μελαγχολία είχε χαρακτηρισθεί ως «ελισαβετιανή νόσος».

 9. Η μελαγχολία και η αλαζονεία: Αλλά και η ανανέωση, αρχικά από τον Πετράρχη, της θεολογικής σημασίας της αλαζονικής «ακηδείας», δηλ. της τέλειας αμεριμνησίας, η οποία κατά το Μεσαίωνα λογαριαζόταν ως «νόσος των μοναχών» και κατατασσόταν ως θανάσιμο αμάρτημα μετά τη μελαγχολία, καθώς και η ταύτισή της μ’ αυτήν κατά την Αναγέννηση, απέδειξε ότι η μελαγχολία των προικισμένων και εκλεκτών πνευμάτων έχει κάποια ρίζα της και στην πληγωμένη αλαζονεία τους. Δεν είναι μόνον οι μοναχοί, αλλά και οι κοσμικοί και ιδιαιτέρως οι μεγαλοφυείς άνθρωποι, που απειλούνται από την «ακήδεια»-μελαγχολία. Γιατί αρκετοί απ’ αυτούς υποτάσσονται στην αρχή «λάθε βιώσας». Όταν η έπαρση ταπεινωθεί, τότε φτερώνει η αγγελική μελαγχολία.  

10. Ο Διαφωτισμός ως εχθρός της μελαγχολίας!: Βέβαια ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, συνεχίζοντας το πνεύμα του Μεσαίωνα ως προς την αρνητική αξιολόγηση της μελαγχολίας, με τον ασυμβίβαστο ορθολογισμό του διεξήγαγε εξοντωτική εκστρατεία εναντίον της μελαγχολίας. Με την τακτική της πολεμικής που ακολούθησε, έμοιαζε ωσάν να ήθελε να ρίξει τον Κρόνο ξανά στα Τάρταρα. Βέβαια η γραμμή για την melancholia generosa, που δόθηκε από τον Μαρσίλιo Φικίνο, συνεχίστηκε και βοήθησε κυρίως τη φιλοσοφία να ευνοεί τα μελαγχολικά πνεύματα, αλλά ενίσχυσε και όλους τους λογοτέχνες, που μπήκαν ενθουσιαστικά στο ρεύμα του ρομαντισμού «Θύελλα και ορμή». Η απηνής αυτή πολεμική εναντίον της μελαγχολίας ερμηνεύθηκε ως ένας κοινωνικός αμυντικός μηχανισμός απέναντι στο δόγμα και την αυθεντία. Ο Διαφωτισμός δεν είδε τον μελαγχολικό δημιουργό ως πάσχοντα ή ως θύμα, αλλά ως εκείνον τον επικίνδυνο, που ούτε η ευδαιμονία της κοινωνίας ούτε οι γνώσεις, ούτε τα επαγγέλματα ούτε η ψυχαγωγία ούτε καμιά ελπίδα μπορούν να τον απαλλάξουν από τις μαύρες σκέψεις του, οι οποίες τον καταδίκασαν να είναι αποδιοπομπαίος και να ζει με το στίγμα του έρημου και μόνου. Η αλαζονεία του Διαφωτισμού τιμωρήθηκε με την διάδοχη ανάπτυξη του Θετικισμού.

 11. Ο Θετικισμός ευνοεί τη μελαγχολία: Αλλά ο αιώνας του Θετικισμού ευνόησε την ανάπτυξη της μελαγχολίας, ώστε να καταστεί, ιδιαίτερα κατά τον 20ό αιώνα, μήτρα της μοναξιάς. Μεγάλα πνεύματα, «πολίτες στων ιδεών την πόλη», όπως οι: Δάντης, Ρουσό, Νεύτων, Πασκάλ, Καρτέσιος, Χαίλντερλιν, Σέλλιγκ, Χαίντελ, Μπετόβεν, Σοπενχάουερ, Γκαίτε, Σίλλερ, Πούσκιν, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Φρόυντ, Αϊνστάιν, Γιάσπερς, Χάιντεγγερ, Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, αλλά και μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Ραφαήλ, Μιχελάτζελο, Λεονάρδο, Θεοτοκόπουλος, Ντύρερ, ο πατέρας Λούκας Κράναχ, Βαν Γκογκ, Ντε Κίρικο και γενικά όλοι οι διακεκριμένοι στην Τέχνη, τη Φιλοσοφία, την Πολιτική ή την Επιστήμη είναι γνωστοί μελαγχολικοί.

 12. Ωστόσο η μελαγχολία γεννάει και την ουτοπία της ευδαιμονίας. Και τότε όλοι οι δημιουργοί καταλαβαίνουν στο τέλος ότι οι προσπάθειές τους ήταν «των συφοριασμένων». Τα δημιουργήματά τους ερμηνεύονται ως αλληγορικές ελεγείες του θανάτου. Γιατί η ζωή πορεύεται ανάμεσα στα ερείπια του χρόνου και τις νεκρές κατακτήσεις. Καταστρέφουν για να δημιουργήσουν, σκοτώνουν ό,τι θεωρούν εχθρικό, αρρωσταίνουν, γιατί δεν είναι αθάνατοι. Βλέπουν το ρεύμα της ζωής να ξεχύνεται προς το μέλλον σαν μια τεράστια πλημμυρίδα θανάτου. Οι μελαγχολικοί ηδονίζονται να συνυπάρχουν με τα ερείπια και την οσμή του θανάτου. Τα ερείπια μαρτυρούν τη δημιουργική πνοή και σημαδεύουν την καταφορά προς την παρακμή και το τέλος. Ό,τι για άλλους είναι έκφραση ζωτικής ενέργειας, σημείο δραστηριότητας και έρωτα, τόπος προσευχής και ψυχαγωγίας, για το μελαγχολικό μεταβάλλεται σε μοιρολόγι, σε επιτάφιο θρήνο, σε κοιλάδα κλαυθμώνος. Γι’ αυτόν η ζωή παράγει ερείπια και πτώματα.

 13. Η μελαγχολία απότοκος του φάσματος της καταστροφής: Και επειδή και η εποχή μας υπερπαράγει ερείπια και πτώματα, γι’ αυτό και ο πολύς κόσμος αναζητεί στους μελαγχολικούς δημιουργούς τη Διαλεκτική της κρόνειας αλληγορίας. Τα οράματα της προόδου ξεθώριασαν. Ο κόσμος μας δεν έχει ιδέα για τα μυστικά της ομορφιάς, αλλά ζει διαρκώς με τον εφιάλτη της καταστροφής. Η τεχνολογία έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Οι ικανότητές μας δεν επαρκούν πλέον για τη λύση των κοινωνικών και οικολογικών προβλημάτων. Χάσαμε την εμπιστοσύνη μας προς την Επιστήμη, ο οποία νοθεύει και διαστρέφει τα πάντα. Πόλεμοι, εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες, αρρώστιες, πείνα, δυστυχία απλώνονται παντού στον πλανήτη μας. Τα στοιχεία της ζωής μας (νερό, αέρας, γη, φωτιά) τα έχομε δηλητηριάσει και με τη σειρά τους εκείνα παίρνουν από μας εκδίκηση. Η φωτιά ως πυρηνικό ολοκαύτωμα μας απειλεί με εξαφάνισή μας. Ολόκληρη η φύση έχει πέσει σε επιθανάτιο ρόγχο. Αυτά και άλλα οδυνηρότερα παρουσιάζουν με την τέχνη τους οι λογοτέχνες της εποχής μας.

 14. Τα φάρμακα και οι γιατροί της μελαγχολίας: Αλλά όλοι οι μεγάλοι μελαγχολικοί από την Αναγέννηση ως σήμερα δεν έχουν σχέση με τους θρήνους, την απάθεια και την παραίτηση από κάθε δράση. Πονούν, υποφέρουν, αλλά κρατούν συνειδητά και άγρυπνα νηφάλια απόσταση και απαύστως δημιουργούν, γιατί το πνεύμα της μελαγχολίας έτσι το θέλει. Στα εσχατολογικά μηνύματα, που εκπέμπει η Ιστορία, εκείνοι αποκρίνονται γενναία με οίστρο δημιουργίας, γιατί ως μέλημά τους έχουν να κρατήσουν γερά τον προμαχώνα τους εναντίον του θανάτου. Οι μυλόπετρα του χρόνου αλέθει όλα τα κατορθώματα των ανθρώπων, ακόμα και τους ίδιους, αλλά αυτοί αναβλαστάνοντας όπως το κλήμα, που το τρώγει μέχρι τη ρίζα ο τράγος, καρποφορούν. Γιατί χωρίς την καρποφορία και ο χρόνος θα πεθάνει. Οι μελαγχολικοί δημιουργοί παράγουν παυσίπονα και αναλγητικά όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά για όλους τους πονεμένους. Γι’ αυτό ‘‘εις σε ας προστρέχουν Τέχνη της Ποιήσεως, που κάπως ξέρεις από φάρμακα….»’