Προβληματισμοί

Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη:

Νοσταλγία, η μαγεία της Επιστροφής

 

Μέσ’ από το βάθος των καλών καιρών

οι αγάπες μας πικρά μας χαιρετάνε.

                                    (Κ. Καρυωτάκης)

1. Νοσταλγία, η νόσος της πατρίδας

Όταν το 1688 ο νεαρός Ελβετός γιατρός J. Hoffer (1669-1752), κατέθετε στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας τη διδακτορική του διατριβή με το λατινικό τίτλο «Dissertatio medica de ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ  oder  Heimwehe  (: «Διδακτορική ιατρική διατριβή για τη ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ή τον πόθο για την πατρίδα»), πού να μπορούσε να φανταστεί ότι είχε πλάσει μια ελληνική λέξη, η οποία με τον καιρό θα αποκτούσε διεθνή διάδοση και μαγική ακτινοβολία; Εκείνη την εποχή γινόταν λόγος για μια ανεξήγητη αρρώστια, από την οποία έπασχαν Ελβετοί ξενιτεμένοι κυρίως στη Γαλλία. Η αρρώστια εκείνη είχε ονομαστεί “La maladie du pays”. Ο νεαρός γιατρός στην προσπάθειά του να μελετήσει τις αιτίες εκείνης της αρρώστιας διέπλασε τον όρο «νοσταλγία», αλλά παράλληλα έπλασε και άλλους ελληνοφανείς όρους, όπως «ποθοπατραλγία», «νοστομανία», «φιλοπατριδομανία», άρεσε όμως στους γιατρούς η λέξη «νοσταλγία», και ανατύπωναν και μελετούσαν εκείνη τη διατριβή πάνω από εκατό πενήντα χρόνια. Έτσι επικράτησε η λέξη «νοσταλγία», αλλά ίσως και γιατί ήταν συντεθειμένη από τις ομηρικές λέξεις «νόστος» και «άλγος», που οι Ευρωπαίοι γνώριζαν καλά από τους 4 και 5 στίχους της ραψωδίας ά της Ιλιάδας. (Εκεί, ως γνωστόν, ο Όμηρος γράφει για τον Οδυσσέα «πολλά δ’ ο γ’ εν πόντω πάθεν άλγεα ον κατά θυμόν / αρνύμενος ήν τε ψυχήν και νόστον εταίρων»). 

2. Η νοσταλγία θέμα της Ψυχοπαθολογίας και της Ψυχανάλυσης

Ο πατέρας της Ψυχανάλυσης Ζίγκμουντ Φρόυντ και ο Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς (διδ. διατριβή “Heimweh und Verbrechen”) είναι εκείνοι, που μόλις τον 20ό αιώνα μελέτησαν υπό το πρίσμα της επιστήμης το φαινόμενο της νοσταλγίας. Αλλά μέχρι σήμερα κανείς δεν κατόρθωσε να συνθέσει μια επιστημονική θεωρία για το πανανθρώπινο, αλλά και γενικότερα κοινό όλου του ζωικού βασιλείου, φαινόμενο. Μετά από αυτούς όσα γράφτηκαν αποτελούν τεκμήρια της «νοσταλγίας για τη νοσταλγία».

Ο οδύνη του πρόσφυγα για τη μακρόχρονη παραμονή σε ξένη χώρα μακριά από την γενέτειρα προκαλεί στην ψυχή τον πόθο για επιστροφή στην πατρίδα και εκδηλώνεται με βαριά μελαγχολία και βαρύθυμη ανάμνηση ευχάριστων καταστάσεων ή περιστάσεων, που το πάσχον άτομο είχε βιώσει παλαιότερα στην πατρίδα του. Στην ουσία η αιτία της νόσου δεν είναι ο τόπος και ο χρόνος των βιωμάτων εκείνων, γιατί ο τόπος αλλάζει και ο χρόνος δεν αντιστρέφεται. Γι’ αυτό είναι γενικό το φαινόμενο να απογοητεύονται γρήγορα οι παλιννοστούντες και να αποζητούν τον νέο εκπατρισμό τους και την επάνοδό τους στη χώρα, που τους φιλοξενούσε.  

«A! πως χτυπά καμιά φορά τούτ’ η καρδιά κι αναφτερά

/ Τώρα στα γεροντάματα

/Σα νιος να ξαναχαίρομαι φεγγάρι–μέρα, αστροφεγγιά

/ Δύσες, γλυκοχαράματα / … ‘Το λένε τ’ αηδονάκια στα κλεισορέματα…’».

 

τραγουδάει ο ποιητής της νοσταλγίας Μιλτιάδης Μαλακάσης, o υμνητής του «Τάκη Πλούμα» και του αθάνατου «Μπαταριά». 

3. Τα αίτια της απογοήτευσης

Μία από τις αιτίες της απογοήτευσης μετά την επιστροφή στο παρελθόν είναι η ανάπλαση αυτών των ίδιων των βιωμάτων. Η ανάμνηση, που είναι προικισμένη με το τάλαντο να εξωραζει και εξιδανικεύει το παρελθόν, όποιο κι αν ήταν, επαναφέροντάς τα βιώματα στη συνείδηση, βοηθάει μεν το Εγώ να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες προσαρμογής του στις νέες και αλλότριες καταστάσεις του νέου περιβάλλοντος, αλλά το εφοδιάζει και με ψευδαισθήσεις. Η νοσταλγία παρουσιάζεται ως ένας αμυντικός μηχανισμός της συνείδησης απέναντι στις δυσκολίες της νέας ζωής, όπου και όταν τυχόν αυτές παρουσιάζονται και από φόβο ζητάει να τις αποφύγει· τότε κυριεύεται από τον πόθο της παλινδρόμησης στο παρελθόν. Και η φαντασία παραλαμβάνοντας τις εικόνες, που κομίζει η μνήμη από το «βάθος των καλών καιρών», προβάλλει την πατρίδα σαν θησαυρό του Κροίσου, σαν κήπο της Εδέμ. «Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος με κυριεύει» μέσα από την επίσης εικοσαετή ξενιτιά του ψάλλει ο Ανδρέας Κάλβος με τη λύρα του, ο νοσταλγός της πατρίδας και της αρχαίας δόξας. Αλλά και Ζακυνθινοί εργάτες παλιότερα στους κάμπους της Ηλείας, όταν έφτανε το Σαββατόβραδο, συναντιόνταν, αγνάντευαν προς το νησί τους, τραγουδούσαν νοσταλγικά με τις κιθάρες τους τα τραγούδια του νησιού τους κι αναστενάζοντας αναφωνούσαν «καταραμένη ξενιτεία!». Και εδώ η «νόσος της πατρίδας»!

Είναι γνωστό ότι τα θεμέλια στο χτίσιμο της συνείδησής σου μπαίνουν από τα ερεθίσματα, που σου δίνει το περιβάλλον της γενέτειράς σου, την οποία έκτοτε θα κουβαλάς μέσα σου. Όπου κι αν βρεθείς, «η πόλη θα σ’ ακολουθεί».  

4. Η νοσταλγία και η μελαγχολία

Δύο όροι της Ψυχοπαθολογίας σημαδεύουν το φαινόμενο της νοσταλγίας. Ο πόθος για την επιστροφή (”regression”), γνωστός από την Ψυχανάλυση του Φρόιντ ως «οπισθοδρόμηση», και η βραδεία λύπη, η κατάθλιψη (“depression”) ως σύνδρομο της μελαγχολίας. Η κατάθλιψη προέρχεται αφενός από την αδυναμία επιστροφής και αφετέρου από τα εμπόδια για την πλήρη ενσωμάτωση και αφομοίωσή του στο περιβάλλον της φιλοξενίας του. Γι’ αυτό δεν είναι λίγοι όσοι συνδέουν τη νοσταλγία με τη μελαγχολία. Αλλά από τη νοσταλγία προκύπτει η επιθυμία επιστροφής στο παρελθόν, ενώ από τη μελαγχολία συχνά η ανησυχία για το απροσδιόριστο μέλλον·  και γεννιούνται μανιοκαταθλιπτικές καταστάσεις, που μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και μέχρι την αυτοκτονία.

Η επιστροφή στο παρελθόν γίνεται εντονότερη, όταν το άτομο αντιπαλεύει με δυσμενείς συνθήκες, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την «πλαστικότητα και την ευκινησία της ορμικής του ενέργειας», δηλ. όταν τα πρόσωπα και τα πράγματα, που τον περιβάλλουν, δεν αιχμαλωτίζουν την αγάπη του, δεν κινητοποιούν τον ψυχισμό του και τον απογοητεύουν. Βεβαίως η τάση αυτή ευνοείται και από την άγνοια για την κατάσταση και τις συνθήκες, που επικρατούν τώρα στον τόπο της νοσταλγίας, στο χώρο της επιστροφής. Συχνά μάλιστα την απογοήτευση την ακολουθεί και η μελαγχολία.  

5. Νοσταλγία και άγνοια

Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος «Η άγνοια» ενός σχετικώς πρόσφατου μυθιστορήματος του Τσέχου συγγραφέα Μίλαν Κούντερα. Για είκοσι χρόνια, όσα και ο ομηρικός Οδυσσέας, δύο ήρωές του, οι νεαροί ο Σιλβί και η Ίρενα, ξενιτεμένοι σε διαφορετικές χώρες ως πολιτικοί πρόσφυγες λόγω του καθεστώτος της χώρας τους, έζησαν έντονα με τη νοσταλγία της πατρίδας. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος επιχειρούν τον επαναπατρισμό τους, κάνουν απόπειρα για τη «μεγάλη επιστροφή». Στο ταξίδι της επιστροφής συναντιούνται τυχαία και προσπαθούν να ανασυνδέσουν τα νήματα του παλαιού νεανικού έρωτά τους. Όμως το βιολογικό και το ψυχικό φορτίο των είκοσι ετών της αυτοεξορίας έχει διαφοροποιήσει ριζικά τη συνείδησή τους· έτσι ο ανώριμος νεανικός έρωτά τους δε μπορεί τώρα να ενηλικιωθεί, γιατί τον κρατεί στάσιμο η ανάμνηση με τα παλιά του μαγνάδια. Η μνήμη δεν μπορεί να αναπαραστήσει με ακρίβεια το παρελθόν, γιατί η εικοσαετής αυτοεξορία και η άγνοια των μεταξύ εξελίξεων το έχει παραποιήσει με τις αλλοτριωτικές επεμβάσεις της φαντασίας. Έτσι η ώρα της επιστροφής προσκρούει στα τείχη της άγνοιας, που όρθωσε μεταξύ τους ο ακόρεστος χρόνος.

Η άγνοια του πάτριου χώρου και της ροής της ζωής των ομοεθνών, όπως έχουν μετεξελιχθεί στα πολλά χρόνια της αυτοεξορίας, αλλά και η αδιαφορία ή ο φόβος των ντόπιων να αγκαλιάσουν θερμά τους ξενιτεμένους αδελφούς τους, πληγώνει περισσότερο τη συνείδηση των επαναπατρισμένων. Οι καημένοι, θέλουν να διηγηθούν στους συντοπίτες τους τα βάσανα και τις εμπειρίες της ξενιτιάς, αλλά εκείνοι τους αντιμετωπίζουν ως αλλοδαπούς! Έτσι οι μέχρι χθες ξενιτεμένοι και σήμερα επαναπατρισμένοι νιώθουν να βρίσκονται πιασμένοι κάτω από την παγίδα της άγνοιας. Και βιώνουν έτσι τώρα βαθύτερα και οδυνηρότερα την εσωτερική τους ξενιτιά. 

6. Η φυγή μετά την επιστροφή

Και μπορεί ο ομηρικός Οδυσσέας πατώντας τα «άγια χώματα» της Ιθάκης να έζησε με άφατη αγαλλίαση τη μαγεία της επιστροφής, είναι γιατί εκεί τον περίμενε η Πηνελόπη και ο Τηλέμαχος, ο γέροντας χοιροβοσκός Εύμαιος, η γριά παραμάνα Ευρύκλεια, ακόμα και ο σκύλος του. Όμως και ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να ξεφύγει από το μαρτύριο της νοσταλγίας. Η μικρή και πολύ αλλαγμένη τώρα Ιθάκη, τα βιώματα της εικοσάχρονης απουσίας του και των ηρωικών κατορθωμάτων του, η δόξα του νικητή και το πείσμα του ναυαγού, που οχτώ ολόκληρα χρόνια εκτεθειμένος σε διαρκή πειρασμό δεν υπέκυψε ούτε στα θέλγητρα και τη μαγεία της Καλυψώς, τέλος οι ξεπερασμένοι θεοί, όλα αυτά τα νοσταλγεί και τον αναγκάζουν να εκπατριστεί ξανά. Αλλά τούτη τη φορά κινείται και από μιαν άλλη πολύ ισχυρότερη νοσταλγία. Βγήκε στον πηγαιμό για μιαν άλλη Ιθάκη, όπου ενδεχομένως να κατοικεί ο πλάστης της ψυχής του. Τούτος ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη νοσταλγεί να βρεθεί κοντά στον αληθινό Θεό παρόμοια όπως ο ομηρικός Οδυσσέας νοσταλγούσε την Ιθάκη.  

7. Ο φόβος του άγνωστου και η έκσταση του γνωστού

Λένε πως κάθε λογοτέχνης και κάθε καλλιτέχνης, όταν πλάθει το έργο του, αυτοβιογραφείται· αναπολεί σκηνές από το παρελθόν του· με τη μυθοπλαστική δεξιότητα της φαντασίας του προβάλλει συνειδητά, και περισσότερο ασυνείδητα με τη μορφή της έμπνευσης τόπους, πρόσωπα, καταστάσεις και περιστατικά. Κι όλα αυτά τα νιώθει σα να «στήνουνε μακάβριο χορό οι θύμησες στα περασμένα γύρω» (Καρυωτάκης). Ο δημιουργός αυτός είναι ένας νοσταλγός, που βιώνει την ομηρία του μέσα σ’ έναν άξενο και άχαρο κόσμο, από τον οποίο θέλει να ξεφύγει, όπως νοσταλγεί να ξεφύγει μαζί με τη νεαρή Λιαλιώ, τη«Νοσταλγό» του, ο Παπαδιαμάντης, αλλά διανοίγονται μπροστά του δύο δρόμοι: ή να μπει στην οδυνηρή όσο και περιπαθή περιπέτεια για την εξερεύνηση του αγνώστου αψηφώντας τον κίνδυνο, όπως κάνει ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη, ή να επιδοθεί στην αποθέωση του γνωστού ακλουθώντας το μαγνήτη της νοσταλγίας και καταστερώνοντας στον ουρανό της αιωνιότητας τα δυνατά άλγη της βιοτής του. Ο φόβος της άγνοιας και η αβεβαιότητα του δρόμου προς το άγνωστο οδηγεί συχνά τους νοσταλγούς ως ίμερος της ψυχής τους στην έκσταση του γνωστού. Τούτη την έκσταση την είπαν έμπνευση, την είπαν θείο δώρο, την ονόμασαν ενθουσιασμό. Και όμως στο βάθος γαλβανίζει την ψυχή, την άρρωστη από τον πόθο της παλινδρόμησης, η μαγεία της επιστροφής στα πολυπόθητα γνωστά.  

8. Η εμπορευμάτωση της νοσταλγίας

Μέσα από την Τέχνη η νοσταλγία έγινε εμπορικό κεφάλαιο ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κορεσμένοι οι άνθρωποι από βάσανα της ουτοπίας, η οποία τους υποσχόταν έναν καλύτερο και τέλειο κόσμο, παραδόθηκαν στις αυθαίρετες επιλογές της ανάμνησης, για την επιστροφή της ζωής τους σ’ έναν «άγιο κόσμο». Έτσι αναπτύχθηκε μια σχετική κινηματογραφική βιομηχανία με θέματα νοσταλγικού κιτς, που διευκόλυνε τη συρροή των ανθρώπων της υπαίθρου στις πόλεις. Με τραγούδια, ποιήματα, ζωγραφιές και πανηγύρια εμφανίστηκαν παντού ενθουσιώδεις υμνητές του παρελθόντος, αφού η αυθαιρεσία της ανάμνησης επέτρεπε την εξύμνηση του ακίνδυνου παρελθόντος. Το ρυθμό στο χορό των ψευδαισθήσεων τον κρατούν οι λογής λογής laudatores temporis acti (: υμνητές των περασμένων καιρών), που ανεξέλεγκτοι διαπραγματεύονται τις μετοχές της λαϊκής ψυχής σε κερδομανή χρηματιστήρια. Και ο κοσμάκης πληρώνει, για να βρει ένα refugium του πόνου του για την επιστροφή. Και αγοράζει τους πόθους του ντυμένους με μάσκες σαν μορφές χωρίς ζωή, γιατί απλώς είναι διαστροφές της ιστορίας του. Πόσα και πόσα πανηγύρια δεν ανασταίνουν όλοι αυτοί οι κερδαλέοι υμνητές των περασμένων με την «αναβίωση» εθίμων και λαϊκών γιορτών στην ύπαιθρο και στις αστικές συνοικίες!

Κουρασμένες οι μάζες συνθλίβονται ανάμεσα στις συμπληγάδες, από τη μια από τη διαρκή και πολυδάπανη προσπάθεια για βελτίωση της ποιότητας της ζωής, και από την άλλη για χρήση και αξιοποίηση των ποικίλων δυνατοτήτων, που τους προσφέρει η τεχνολογική πρόοδος, αποκαρτερούν και νοσταλγούν. Αλλά τη νοσταλγία τους τη νοθεύει και τη διαστρέφει η κερδοσκοπία. 

9. Η νοσταλγία και η διαστροφή της Ιστορίας

Η διαστροφή της Ιστορίας γίνεται τακτικά και μεθοδικά στη τεχνοκρατούμενη κοινωνία μας. Η νοσταλγία, που έχουν οι αστικές μάζες για μιαν αφελή και συναισθηματική ζωή, τις σέρνει ως φωνασκούς και μεμψίμοιρες στους δρόμους της διαμαρτυρίας για την περίπλοκη και αβάσταχτη κοινωνία μας. Να θυμηθούμε την επανάσταση της ποπ και του ροκ, των «πράσινων κινημάτων», των μεταναστεύσεων των νέων από φεστιβάλ σε φεστιβάλ, με τους μονότονους ήχους και την εκκωφαντική μουσική, τους νέους ως «επαναστάτες χωρίς αιτία», τα παιδιά των λουλουδιών, τους χίπις, το γαλλικό Μάη! Οι νέοι εκείνης της εποχής σήμερα σοβαροί και έντιμοι οικογενειάρχες, μεσήλικοι και υπερήλικοι, διηγούνται στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους πόσο άγρια ως νέοι τραγουδούσαν και χόρευαν στους δρόμους τα άκραχτα μεσάνυχτα, πόσες ανοησίες και ζημιές προκαλούσαν, πόσο γενναία αντιμετώπιζαν τις αστυνομικές δυνάμεις, πώς μέσα από την υποκουλτούρα με τα σχετικά της φανερώματα, τα ποιητικά, τα τραγουδιστικά, τον ελεύθερο έρωτα, τη συντροφική παραβατικότητα, τα χάπια, τα ψυχοφάρμακα, την εγκληματικότητα έδιναν το στίγμα της εποχής τους! Και πόσο βέβαιοι για την ευτυχία τους και γεμάτοι με ελπίδες για το μέλλον τους τραγουδούσαν προκλητικά: «είμαστε όλοι έκνομοι στα μάτια της Αμερικής… Είμαστε αισχροί, παράνομοι, φρικτοί, επικίνδυνοι, βρώμικοι, βίαιοι και νέοι. Η ζωή μας είναι πολύ ωραία για να την αφήσουμε να πεθάνει και μπορούμε να είμαστε μαζί». Σήμερα τα θυμούνται και σχολιάζουν: «αλήθεια, όλα αυτά είναι νοσταλγικά!». Πόσο εύκολα η νοσταλγία διαστρέφει ακόμα και την πρόσφατη ιστορία!  

10. Η νοσταλγία ως σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο

Σήμερα λοιπόν η νοσταλγία συγκινεί τους πάντες. Γιατί βρίσκεται στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στα κινήματα προστασίας του περιβάλλοντος, προστασίας των μνημείων της φύσεως και του πολιτισμού, στο ρομαντισμό της Ζωγραφικής, στον αποκρυφισμό, στη μείωση του ενδιαφέροντος για αριστερές κοινωνικές θεωρίες, στην έξαρση των κινήσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου, για την υπεράσπιση του Δικαίου, της τάξης, της ιδιοκτησίας, της ασφάλειας κλπ. Και παρά την διαφαινόμενη τάση για πολιτική εκμετάλλευση της νοσταλγίας από ορισμένες ομάδες πολιτικών συμφερόντων ως φαινόμενου, που εκφράζει συντηρητισμό, στην πραγματικότητα όσοι κινούνται από τη νοσταλγία ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια ιδιωτική σφαίρα ελεύθερη από το δημόσιο έλεγχο. Έτσι τηρητές και φύλακες του συντηρητισμού και κριτικοί και υπερασπιστές αριστερών συστημάτων συναντιούνται στην κοινή προσπάθεια να διασώσουν μονάδες ζωής οργανικώς ανεπτυγμένες και ξεπερασμένες. Θέλουν να τις διασώσουν είτε μέσα την Τέχνη, τη Λογοτεχνία, την Ιστορία και την Παράδοση είτε αναπτύσσοντας έναν προλεταριακό επικοινωνιακό πολιτισμό, όπου προσπαθούν να διασώσουν ως «μνημεία διατηρητέα» εργατικούς συνοικισμούς, γωνιές της πόλης, καπηλειά, υπόγεια, φυλακές, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εκτελεστήρια και γενικά σημαντικά σημεία, όπου έπαθαν, τυραννίστηκαν, μάτωσαν ή πέθαναν οι δικοί τους. Ακόμη και πολλά Μουσεία είναι κιβωτοί της νοσταλγίας. Αλλά βέβαια η νοσταλγία αφυπνίζεται και κινητοποιεί μόνον στον ελεύθερο χρόνο. Και γίνεται έτσι με τη σειρά της μήτρα πολιτισμού.

11. Η νοσταλγία είναι αυθόρμητη και αμεθόδευτη

Αλλά η νοσταλγία του ατόμου και της ομάδας δεν υποχωρεί ούτε μπροστά στις απαγορεύσεις, ούτε στις μεθοδεύσεις πρόκλησης και διαχείρισής της. Η νοσταλγία είναι μια έκφραση διάχυτης απαρέσκειας για στιγμιαίες καταστάσεις. Κανείς δεν μπορεί να την μεταχειριστεί για παιδαγωγικούς ή κοινωνικο - μεταρρυθμιστικούς σκοπούς, ακόμα ούτε θεραπευτικούς, δηλ. για ανάσυρση ελπίδων του παρελθόντος, οι οποίες βρίσκονται στο περιθώριο του υποσυνειδήτου. Η νοσταλγία είναι αυθόρμητη και έχει το χαρακτήρα της απόπειρας, του σκανδαλισμού και του πειρασμού.

 12. Η νοσταλγία της ψυχής για το επέκεινα της ζωής

Σήμερα η ανθρωπότητα με τον εξελιγμένο πολιτισμό της και νιώθοντας κοντά της το φάσμα του οικουμενικού ολέθρου όχι μόνο νοσταλγεί το παρελθόν ως χρυσή εποχή, αλλά υπακούοντας τόσο στη μεταφυσική διδασκαλία του εσωτερισμού, του αποκρυφισμού, του αποκαλυπτισμού και του ιδεαλισμού νοσταλγεί ακόμα και την επάνοδο της ψυχής επέκεινα της ζωής, εκεί από όπου της είπαν ότι προήλθε. Έτσι όχι μόνο τα θρησκεύματα, αλλά και διάφοροι γκουρού ευνοούν και ενισχύουν την εκμετάλλευση της νοσταλγίας ως μιας γέφυρας μετάβασης από την κοιλάδα του κλαυθμώνος στην «άνω Ιερουσαλήμ». Η νοσταλγία γεννάει τα όνειρα κι εμείς «είμαστε απ’ την ύλη, που είναι φτιαγμένα τα όνειρά» μας, είπε ο μεγάλος ποιητής της οικουμενικής νοσταλγίας, ο Ουΐλιαμ Σαίξπηρ («Τρικυμία»), «και τη ζωούλα μας την περιβάλλει ολόγυρα ύπνος».

Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης