Προβληματισμοί

Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη:

Η ανία και το δικαίωμα στην οκνηρία

ως πληγές της αστικής κοινωνίας

 

Ἠσθάνθητε τὴν ἄμετρον ἐκείνην ἀθυμίαν,

ἥν ἡ ἀνία προξενεῖ καὶ ἥτις, δολοφόνος,

προσέρπει ἔνδον τῆς ψυχῆς καὶ δάκνει τὴν καρδίαν,

ὅτε λαμβάνει ἡ ψυχὴ διάρκειαν αἰῶνος;

1. Η ανία στη Λογοτεχνία και τη Φιλοσοφία: Τούτο το ερώτημα το απευθύνει ο ρομαντικός και πεσιμιστής ποιητής της Αθηναϊκής Σχολής, γιος του περίφημου συγγραφέα της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, όχι μόνο στους συγχρόνους του, αλλά και προς κάθε άνθρωπο κάθε εποχής, ο οποίος τυχαίνει να κατατρύχεται από την φθοροποιό υπαρξιακή κατάσταση της ανίας, της πλήξης, της δυσθυμίας ή όπως αλλιώς θέλετε να την ονομάζετε.

Αλλά η ανία ως υπαρξιακή κατάσταση, ως συνθήκη της ζωής του ανθρώπου, δεν είναι θέμα μόνο της Λογοτεχνίας· είναι πολύ περισσότερο της Φιλοσοφίας, και ιδιαίτερα της Φιλοσοφίας του Υπαρξισμού. Ήδη από το Σωκράτη μέχρι τους συγκαιρινούς μας φιλοσόφους της Ηθικής και της Φιλοσοφίας της Ζωής, το θέμα αυτό έρχεται και επανέρχεται με διάφορες ερμηνείες.

Μέσα από τη διασωθείσα γραμματεία των Ελλήνων γνωρίζομε ότι οι Έλληνες, για να αντιμετωπίσουν θετικά αυτή την ψυχική κατάσταση ως κοινωνικό φαινόμενο, είχαν συστήσει θεσμούς διετήσιων και πάνδημων και κάποτε πανελλήνιων εορτών, πανηγύρεων, αγώνων αθλητικών, αγώνων θεατρικών, αγώνων μουσικών, αλλά και πολιτικών και δικαστικών αγώνων, αφού τόσο η εκκλησία του δήμου, όσο και τα δικαστήρια με τη λαϊκή τους σύνθεση συγκέντρωναν υποχρεωτικά μεγάλο μέρος των πολιτών και τους παρωθούσαν σε ένταση και διέγερση της συνείδησή τους. Σ’ όλες αυτές τις εκδηλώσεις τελούνταν η αγωγή των πολιτών, δηλ. αναπτυσσόταν το λογικό μέρος της ψυχής τους. Έτσι εκτονωνόταν η συνείδησή τους και απελευθερωνόταν η θέλησή τους από την καταπίεση, που ασκούσε η πλήξη της καθημερινότητας. Και ανακουφισμένοι μπορούσαν να καταπιάνονται με έλλογα επιτηδεύματα κοινωνικής ζωής και καλλιέργειας του πολιτισμού. Η άνεση αυτή της ψυχής ονομάζεται από μεν τους Έλληνες «σχολή», από δε τους Ρωμαίους «otium», δηλ. ελεύθερος χρόνος για επικοινωνία και σύγκριση με τους άλλους. Η έλλειψη «σχολής» σήμαινε α-σχολία, δηλ. ήταν υποχρεωμένοι ή αναγκασμένοι οι άνθρωποι να απασχολούνται για κάλυψη βιοτικών αναγκών. Όλες εκείνες οι ελεύθερες εκδηλώσεις παρείχαν σε κάθε άτομο την ευκαιρία να διακριθεί στο κοινωνικό περιβάλλον του και να βεβαιωθεί για το βαθμό της αυταξίας του. Ακόμα και ο πόλεμος, που ήταν σύνηθες φαινόμενο ανάμεσα στα κράτη–πόλεις, ήταν ένας αγώνας κατά της ανίας. Η αποσόβηση ή και η καταπολέμηση της πλήξης λοιπόν είχε τα θετικά αποτελέσματά της. 

2. Συμπτώματα της ανίας: Η Φιλοσοφία ασχολήθηκε εντατικότερα μ’ αυτό το φαινόμενο, ειδικά από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και εφεξής, δηλ. από τότε που η κοινωνική ζωή προοδευτικά εξαστίζεται και οι κοινωνικές ομάδες γίνονται ολοένα και συμπαγέστερες μάζες. Λίγο ενωρίτερα ο Πασκάλ (1623-1662) θα γράψει στις «Σκέψεις» του: «Τίποτε άλλο δεν είναι για τον άνθρωπο τόσο ανυπόφορο όσο το να βρίσκεται σε τέλεια ησυχία, χωρίς δουλειές, χωρίς ψυχαγωγία, χωρίς απασχόληση. Τότε στην εγκατάλειψή του νιώθει ως μηδενικό, ως εξαρτημένος, ως ανεπαρκής. Από το βάθος της καρδιάς του ακατάπαυστα βγαίνει η πλήξη, η μαυρίλα, η θλίψη, η λύπη, η παραίτηση, η απελπισία» (“Penséesαπόσπ. 131). Επισημαίνοντας τους κινδύνους και τις αιτίες της ανίας ο Πασκάλ την χαρακτηρίζει ως “condition de l home”. Και εννοεί ο σοφός εκείνος τον κάθε άνθρωπο ως θύμα της ανίας. Γιατί πράγματι αυτή η νοσηρή ψυχική κατάσταση εμφανίζεται σε άτομα κάθε ηλικίας, για τα οποία ο χρόνος δεν κυλάει γρήγορα. Ζουν μονότονα την καθημερινότητά τους και δε θέλουν ή δε μπορούν να στραφούν στην εκτέλεση κάποιων εναλλακτικών δραστηριοτήτων, μολονότι μπορούν να γνωρίζουν τις αιτίες της κατάστασής τους. Ο κόρος από την απόλαυση των υλικών αγαθών, η πλησμονή του απολαυστικού βίου, η στέρηση ή η απουσία ή η παρακώλυση θεωρητικής και πρακτικής προβληματικότητας απαμβλύνουν το πνεύμα, το αποκοιμίζουν και καθιστούν το άτομο αδρανές. Τότε η πλήρης απραξία προκαλεί εκείνη την υποκειμενική αίσθηση της δυσθυμίας, η οποία δεν επιτρέπει καμιά χαρά, καμιά ευχαρίστηση, καμιά ελπίδα, παρά μόνο σπρώχνει προς την μεμψιμοιρία και τη αυτοεγκατάλειψη. Τίποτε δε συγκινεί τον δύσθυμο, κανένα ενδιαφέρον ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους πλησίον του δεν τον απασχολεί. Ακόμα και ο έρωτας χάνει όχι μόνο τα θέλγητρά του, αλλά και το περιεχόμενό του, αφού η ελευθερία της γενετήσιας ορμής, πέραν από τις διαστροφές της, επαυξάνει τα κέντρα της πλήξης. Βεβαίως ο χριστιανός Πασκάλ ερμηνεύοντας αιτιολογικά την ανία αναζητεί την κύρια αιτία της στον κλονισμό ή στην απουσία της πίστης στο Θεό, που θεωρείται το βαρύτερο αμάρτημα. Η ανία μαζί με την οκνηρία συγκαταριθμήθηκαν κάποτε και ανάμεσα στα θανάσιμα αμαρτήματα. Ο Ρώσος λογοτέχνης Γκοντσαρόφ (1812-18991) με το μυθιστόρημά του «Ομπλόμοφ» περιέγραψε θαυμάσια αυτόν τον τύπο της ανίας(1), ως συνέπειας της πλήρους απραξίας. (Βλ. Δημοσθ. Γ. Γεωργοβασίλη, Ο ελληνικός Ομπλομοβισμός, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ τ. 264, 2.5.1991).

 3. Η ανία της μονοτονίας και κοινοτυπίας: Η ανία βασανίζει ακόμα και όσους εργάζονται μονότονα και μηχανικά. Η στερεότυπη και υπνογόνος επανάληψη των ίδιων γεγονότων δεν προκαλεί κανένα ενδιαφέρον για αλλαγή. Η μονοτονία επιφέρει άμβλυνση του αισθήματος της ευταξίας και της καλαισθησίας και σωρεύει στη συνείδηση στρώματα κορεσμού, αηδίας, μελαγχολίας, θλίψης και ακηδίας. Γιατί μόνο η επιζήτηση και η τήρηση της τάξης στα ενεργήματα της ζωής διδάσκει πώς να κερδίζουμε χρόνο, άρα μάς υποχρεώνει σε διαρκή αγρύπνια. Όπου επικρατεί χαοτική κατάσταση, εκεί ενεδρεύει ή και εδρεύει η ανία. Επίσης η βίωση του ωραίου προκαλεί εσωτερική αναταραχή και πλουτίζει με το αίσθημα της ευδαιμονίας, αφού ωραίο είναι το εκπάγλως σπάνιο και ασυνήθιστο. Έργα Τέχνης, έργα ζωγράφων και γλυπτών, που με το πρώτο αντίκρυσμά τους προκαλούν ένα βαθύ και παρατεταμένο συντάραχο της ψυχής, σπάζουν το κέλυφος της εσωτερικής ερημιάς και φτερώνουν τη συνείδηση για πτήσεις αιθέριες και οικουμενικές. Ο χρόνος τρέχει πολύ γρήγορα. Γρήγορα τρέχει πάντα ο χρόνος στις στιγμές της χαράς και της ευτυχίας. Αλλ’ όταν το άτομο δεν επιζητεί έξοδο από τον κλοιό της δυσθυμίας του, διότι δεν είναι εύκολο να ανακαλύψει τις αιτίες της, τότε ο χρόνος γίνεται αδυσώπητος τύραννος της ψυχής. Όποιος διαβάσει κάποιο από τα μυθιστορήματα του Ιταλού λογοτέχνη Αλμπέρτο Μοράβια (1907-1990) (π.χ. «Οι αδιάφοροι», «Αυγουστίνος», «Ανυπακοή», «Κονφορμισμός» και ιδιαίτερα την «Πλήξη», ελλ. μετάφρ. Κωστούλας Μητροπούλου, Εκδ. Σ.Ι.Ζαχα- ρόπουλου)  θα συμφωνήσει ότι η ανία είναι το αποτέλεσμα όχι μόνο της υπερέντασης και του άγχους, αλλά είναι και της ευμάρειας, του πλούτου, του ασύδοτου ερωτισμού και γενικά του απολαυστικού βίου. Και δεν είναι τυραννική κατάσταση μόνο της ανώτερης κοινωνικής τάξης, αλλά κυρίως της μεσαίας, η οποία αποτελεί και τη ραχοκοκαλιά της αστικής κοινωνίας.

 4. Η ανία στην κατάσταση της ανυπομονησίας: Αντίθετη της ανίας είναι η ανυπομονησία. Και αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από την ανία. Όταν βραδύνει να εκπληρωθεί κάποιος ζωηρός πόθος, κάποια σπουδαία προσδοκία, και τότε η πλήξη ταλανίζει, και προπάντων παιδιά και νέους· αλλά συντροφεύει εκνευριστικά και όσους βασανίζονται από δεινά, των οποίων η αναίρεση καθυστερείται. Τότε η αντίληψή τους ότι ο χρόνος κυλάει πολύ αργά ή ακόμα ότι έχει σταματήσει, τούς φέρνει θλίψη, από κοντά κι απελπισία, γιατί τούς φαίνεται να διαψεύδονται οι αρχικές ελπιδοφόρες εκτιμήσεις τους για το χρόνο, που φυσιολογικά θα χρειαζόταν για την ικανοποίησή τους. Μεμψιμοιρούν, αγανακτούν ή ακόμα και οργίζονται για το αργό κύλισμα του χρόνου. Αλλά βυθισμένοι στην εγκατάλειψη του εαυτού τους, δε διαθέτουν την εσωτερική δύναμη της υπομονής και τη βούληση ή την καθαρότητα της σκέψης να αναζητήσουν μέσα τους δυνάμεις, για να αντιδράσουν και να βοηθήσουν τους εαυτούς τους. Η αλλοτρίωση είναι καταθλιπτική. Ο Στέφαν Τσβάιχ στο μυθιστόρημά του «Η ανυπομονησία της καρδιάς» (1938) με το ρεαλισμό και τους ενδεικτικούς συμβολισμούς του μάταια απέβλεψε στο να αφυπνίσει τις ναρκωμένες από την προπαγάνδα, από τις ψευδαισθήσεις της belle époque και από την πλήξη της ευμάρειας συνειδήσεις των πολιτών της Ευρώπης, για να αντισταθούν στις επερχόμενες συμφορές, που θα προκαλούσε ο Φασισμός και ο Nαζισμός.

Και τις τρεις αυτές καταστάσεις ο φιλόσοφος Χάιντεγγερ (1889-1976) τίς είδε ως τρεις φάσεις της πλήξης. Στην πρώτη είναι ευδιάγνωστες οι αιτίες πρόκλησης της ανίας. Στη δεύτερη δεν είναι εύκολο να προσδιορισθούν οι αιτίες, είτε είναι εξωτερικές ή εσωτερικές. Στην τρίτη φάση είναι αδύνατο κάτι τέτοιο, ούτε ακόμα κι αν η πλήξη έχει κάποια αιτία.

 5. Η ανία ως προϊόν του κενού της ψυχής: Όποιος έχει φροντίσει να γεμίσει τη συνείδησή του με ενδιαφέροντα περιεχόμενα, αν κινητοποιήσει τη φαντασία του, μπορεί να αντιδράσει ευθαρσώς, για να απωθήσει λυτρωτικά τη μοναξιά του. Η αντίδραση αυτή θα αφυπνίσει την ελπίδα κι οι δύο μαζί θα δείξουν δρόμους και τρόπους ευεργετικής δραστηριότητας. Αλλά πόσοι πολίτες της βιομηχανικής και καταναλωτικής κοινωνίας μεριμνούν για τον εσωτερικό πλούτο τους; Πολύ πριν η σύγχρονη Ψυχανάλυση και η Φιλοσοφία της Ζωής μιλήσουν για το κοινό της ψυχής των ατόμων και την κοινωνική αλλοτρίωση, πολύ πριν η μεσαιωνική Θεολογία και η μαρξιστική Φιλοσοφία διαμαρτυρηθούν για την αλλοτρίωση των μαζών, μίλησαν για το κενό της ψυχής οι Κινέζοι βουδιστές: Η συνεχής μεταβολή του κόσμου και η ταχύτητα της εξέλιξής του δε διευκολύνουν τη συνείδηση να γνωρίσει την ουσία των πραγμάτων. Έτσι κι αυτή διαμορφώνεται με την επίδραση των φαινομένων, τα οποία ως τέτοια δεν έχουν δικά τους γνωρίσματα, και επομένως δεν είναι ικανά ως έννοιες να εκφράσουν την ουσία του κόσμου. Ένας ανηλεής φορμαλισμός κατακλύζει τη συνείδηση. Η προσκόλληση στα φαινόμενα, δηλ. στα καταναλωτικά αγαθά, δημιουργεί ομιχλώδη τοπία και προκαλεί ασάφεια της πραγματικότητας. Έτσι το άτομο δε μπορεί να επικοινωνήσει ούτε με την πραγματικότητα ούτε με τον εαυτό του· και γι’ αυτό επιζητεί αδιαλείπτως τη φυγή, την απόδραση. Η αδυναμία λοιπόν του αστού για επικοινωνία με την πραγματικότητα και με τον ίδιο τον εαυτό του τον παραδίδει ως όμηρο στα έμπεδα της ανίας.

 6. Η ανία ως άνθος του κακού: Ο Γάλλος λογοτέχνης Σαρλ Μπωντελαίρ (1821-1867) στη δεινώς αμφισβητηθείσα και καταπολεμηθείσα ποιητική συλλογή του, που φέρει τον τίτλο «Τα άνθη του Κακού» (“Les fleurs du mal”) (ελλ. μετάφρ. Γ. Σημηριώτη, 1925) έχει πραγματευθεί την ανία ως κεντρικό θέμα. Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων υποφέρουν από πολλές ανυπόφορες υπαρξιακές καταστάσεις, όπως τη ναυτία, την αηδία, την αλλοτρίωση, τη δυστροπία και την αμαρτία, όπως αυτή τη συναίσθηση τη διαμόρφωσε ο πλατωνισμός και ο χριστιανισμός. Μα πάνω απ’ όλα βασανίζονται από την ανία. «Μα μεσ’ στους γύπες, στις οχιές, στους θώες, στα θηρία, /στους πίθηκους, στους πάνθηρες, στις τίγρεις που φρενιάζουν,/ στα τέρατα που σέρνονται, γρούζουν, σκούζουν κι ουρλιάζουν /στων άτιμών μας κακιών τα θηριοτροφεία / βόσκει ένα τέρας πιο κακό, πιο σάπιο και απ’ τη χολέρα!», γράφει ο Μπωντελαίρ». Κι αυτό «Είναι η Ανία!».

Ο λογοτέχνης όμως, που βάθυνε περισσότερο στο υπαρξιακό χαρακτήρα της ανίας ως κακού κοινωνικού φαινομένου, είναι ο Άντον Τσέχωφ (1860-1904). Στο μυθιστόρημά του «Ανιαρή ιστορία. Από τις σημειώσεις ενός γέροντα» ο Τσέχωφ αναγνωρίζει ότι η πλήξη γίνεται ασφυκτικότερη στα γηρατειά, κυρίως του αστού. Στο έργο του αυτό παρουσιάζει ως κεντρικό πρόσωπο ένα γέροντα καθηγητή Ιατρικής να αναπολεί το πολυβραβευμένο παρελθόν του ως συγγραφέα και πανεπιστημιακού δασκάλου και να το εξισώνει με το μηδέν. Καθώς προσεγγίζει στο τέρμα της ζωής του, απομακρύνεται βαθμηδόν από ό,τι είχε αγαπήσει και υπηρετήσει με πάθος: την επιστήμη, τους φοιτητές του, τη σύζυγό του, τη θυγατέρα του. Πριν πεθάνει αναζητεί να βρει το κεντρικό νόημα, μια «γενική ιδέα», την ιδέα της ζωής. Κι όσο δεν τη βρίσκει, φεύγει και από το περιβάλλον, στο οποίο πέρασε όλη τη ζωή του. Σ’ ένα ξενοδοχείο, όπου κατέλυσε με την αφοσιωμένη Κάτια, την πολυαγαπημένη ψυχοκόρη του, που αυτή μόνο τού είχε απομείνει, νοιώθει τη σκιά του θανάτου. Η Κάτια, εξαρτημένη ολόψυχα απ’ αυτόν, τον παρακαλεί για μια μόνο λέξη παρηγοριάς. Εκείνος δεν την ακούει· δεν αποκρίνεται. Κι εκείνη απελπισμένη τον εγκαταλείπει. Και ο καθηγητής μονολογεί: «Την κοιτάζω και ντρέπομαι, γιατί εγώ είμαι πιο ευτυχισμένος απ’ αυτή». Η ανατομία της ανίας και η χαρτογράφηση της πορείας της με τη γραφίδα ενός στοχαστικού επιστήμονα, δοσμένη με την αναλυτική μέθοδο του Τσέχωφ, μαρτυρεί ότι πράγματι η πλήξη είναι το θλιβερότερο ψυχικό γεγονός.

 7. Η ανία ως θέμα της Φιλοσοφίας: Αλλά και ο στοχασμός των φιλοσόφων από τον Ιμμάνουελ Καντ (1724-1804) μέχρι σήμερα ποτέ δεν έπαψε να ασχολείται με το ζήτημα της ανίας. Ο Καντ ορίζει την ανία ως «πρόκληση ναυτίας στην κάθε ύπαρξη από το κενό της ψυχής σε αισθήματα, προς τα οποία τείνει ακατάπαυστα». Μάλιστα στο έργο του «Ανθρωπολογία από πραγματιστική άποψη» αφιερώνει στην ανία και την ανυπομονησία ολόκληρο κεφάλαιο: Είναι οι δύο πόλοι της ζωής, όταν ο άνθρωπος εξαρτάται από τα αισθήματά του και από το χρόνο. Γιατί η ζωή είναι μια διαρκής παρόρμηση να εγκαταλείπουμε την κάθε στιγμή, μέσα στην οποία ζούμε, για να μεταβούμε στην επόμενη. Έτσι απομένει σε μάς ένα κενό αισθημάτων, το οποίο δημιουργεί τη φρίκη του κενού (horror vacui). Oι σπάνιες αλλά πολυπόθητες συντμήσεις του χρόνου είναι οι μοναδικές μας απολαύσεις, αφού αποτελούν αλλαγές στη μονοτονία των παραστάσεων. Και μόνο στις αναπολήσεις μάς φαίνονται σύντομες οι ανιαρές μέρες του παρελθόντος. Ο χρόνος μεταξύ των διαλειμμάτων της χαράς μπορεί να είναι για μάς μέσο και σκοπός, αλλά πάντως είναι μακρός και γεμάτος αηδία.

 8. Η ανία ως φαινόμενο του ενόργανου κόσμου: Αλλά και ο Δανός φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκωρ (1813-1855), χριστιανός κι αυτός, ακολουθώντας τη θέση του Πασκάλ, εξελίσσει την έννοια της ανίας στο έργο του «Η έννοια της ειρωνείας» καθοριστικά για το 19ο αιώνα. Κατά το φιλόσοφο τούτον η ανία είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό του «ρομαντικού είρωνα». Η ανία «είναι η χωρίς περιεχόμενο αιωνιότητα, η χωρίς τέρψη ευδαιμονία, αυτό το επιφανειακό βάθος, αυτός ο πειναλέος υπερκορεσμός»· αυτή είναι το μόνο «σταθερό και συνεκτικό, που κατέχει ο είρωνας». Ο Κίρκεγκωρ αρτιώνοντας στο έργο του «Είτε –είτε» τη γενεαλογία της ανίας υποστηρίζει ότι η ανία είναι πηγή όλων των κακών, και γράφει: «Ο θεός έπληττε, και γι’ αυτό δημιούργησε τους ανθρώπους. Ο Αδάμ έπληττε και γι’ αυτό δημιουργήθηκε η Εύα. Από εκείνη τη στιγμή μπήκε η πλήξη στον κόσμο και έκτοτε αυξάνεται ανάλογα με την αύξηση του πλήθους των ανθρώπων. Ο Αδάμ έπληττε μόνος του, έπειτα έπληττε μαζί με την Εύα, ύστερα έπλητταν οικογενειακώς Αδάμ, Εύα, Κάιν και Άβελ. Στην συνέχεια αυξήθηκε το πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι έπλητταν μαζικά. Για να διασκορπιστούν, έκαμαν τη σκέψη να χτίσουν ένα πύργο ψηλό μέχρι τον ουρανό. Αλλά και αυτή η σκέψη ήταν πληκτική και συνάμα ήταν και τρομερή απόδειξη για το πόσο πολύ επιβλήθηκε η ανία. Κι έτσι σκορπίστηκαν όλοι στον κόσμο παρόμοια όπως σήμερα πολλοί ταξιδεύουν στο εξωτερικό. Αλλά και εκεί έπλητταν. Πόσες συνέπειες λοιπόν είχε αυτή η ανία! Ο άνθρωπος στεκόταν ψηλά κι έπεσε βαθιά, αρχικά από την Εύα και μετά από το πύργο της Βαβέλ». Έτσι αποδεικνύει ο Κίρκεγκωρ ότι η ανία βασίζεται πάνω στο κενό της ψυχής, πάνω στο μηδέν του κόσμου. (Ανάλογη περιγραφή της διεύρυνσης της πλήξης έκαμε ο Αλμπέρτο Μοράβια στο μυθ. «Πλήξη» σ. 14). Και επειδή η υφήλιος δε έτρεφε ποτέ μέχρι την εποχή μας περισσότερους ανθρώπους και ποτέ δεν υπήρχαν μεγαλύτερες και περισσότερο πολυπληθυσμικές πόλεις, είναι θεωρητικώς και πρακτικώς επόμενο να βαρύνει ολόκληρη την ανθρωπότητα, και αληθώς τη συντρίβει, η πλήξη.

Και έτσι η πλήξη παραμένει κοινό γνώρισμα όλου του ενόργανου κόσμου, της πανίδας και της χλωρίδας, και είναι ακαταγώνιστη, αφού, όπως λέει ο Νίτσε, «εναντίον της ανίας ματαίως αγωνίζονται ακόμα και οι θεοί». Κάποτε όμως η πλήξη, αν οδηγήσει στην κατάσταση της «σχολής», μπορεί να γίνει μητέρα όχι της οκνηρίας, αλλά των Μουσών.

***

9. Το δικαίωμα στην οκνηρία!: Ο Γάλλος πολιτικός Paul Lafargue (1842-1911), μαθητής, φίλος και επί θυγατρί γαμβρός του Karl Marx, έγραψε κι αυτός ένα μανιφέστο, αλλά για «Το δικαίωμα στην οκνηρία» (“La droit à la paresse”). Μ’ αυτό ήθελε να ελέγξει και αναιρέσει το δόγμα, που εκφράστηκε το 1848 με την αρχή «Το δικαίωμα στην εργασία».

Πολλοί νέοι της εποχής μας, θύματα της ανίας, θα ήθελαν ευχαρίστως να διαβάσουν αυτό το κείμενο, αφού, όπως είναι γνωστό, μια «νέα επανάσταση» άρχισε να προβάλλει ως μόδα μερίδας της αστικής νεολαίας για το «δικαίωμα στην αεργία». Τούτη την εποχή, που η κρίση της παγκόσμιας οικονομίας ενθαρρύνει τους εργοδότες να πιέζουν για αύξηση των ωρών εργασίας, νέοι, κυρίως γόνοι της αστικής τάξης, εφοδιασμένοι ίσως και με όλα τα προσόντα και άξιοι να ενταχθούν δυναμικά στις τάξεις του εργατικού δυναμικού, -όσοι βεβαίως δεν έτυχε να έχουν ακόμα πέσει στις ρουφήχτρες της Σκύλλας και της Χάρυβδης του καιρού μας, δηλ. στα ναρκωτικά και στο έιτζ-, επιλέγουν τη φυγοπονία ως στάση ζωής. Αυτοί διαμαρτυρόμενοι προχωρούν σε επανάσταση δυναμικής απραξίας. Ήδη στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα (εκδόσεις Λιβάνη), το βιβλίο της Κορίν Μάγιερ, με τίτλο «Καλημέρα τεμπελιά», γίνεται ανάρπαστο. Αλλά και στην Ιταλία ένα νεολαιίστικο κίνημα με τον τίτλο Citta slowΑργή πόλη») αποβλέπει στο να πείσει όλο και περισσότερους ανθρώπους μέσα στην πόλη να τροχοπεδήσουν τους φρενήρεις ρυθμούς της ζωής: στο ωράριο εργασίας, στην κατανάλωση υλικών αγαθών, στην κίνηση με τα οχήματα, στην κερδοσκοπία, στη δαπανηρή διασκέδαση. Στην Βόρεια Αμερική, στην Ιαπωνία, αλλά και στην Αγγλία συνέχεια δημοσιεύονται μυθιστορήματα και γυρίζονται κινηματογραφικές ταινίες, με στόχο να πεισθούν οι πολίτες να ξεσηκωθούν επί τέλους ως «σκλάβοι της μισθωτής εργασίας» και να σπάσουν τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της συνακόλουθης ανίας. Ο κοινός τόπος, αδιατάρακτος ανά τους αιώνες, ότι «ἡ ἀργία ἐστί μήτηρ πάσης κακίας», και το ησιόδειο απόφθεγμα «ἔργον δ’ οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δὲ τ’ ὄνειδος», τώρα φαίνεται να αντιστρέφονται. Η εργασία ως «δουλεία» είναι προαγωγός στο κακό.

10. Το μανιφέστο της οκνηρίας: Το μανιφέστο λοιπόν του Πωλ Λαφάργκ για το δικαίωμα στην οκνηρία αρχίζει με μόττο τους εξής στίχους του Λέσσιγκ: «να ‘μαστε σ’ όλα οκνηροί,/ όχι στον έρωτα και το κρασί / κι όχι στην τεμπελιά νωθροί». Στην αρχή διαπιστώνει ότι μια ιερή συμμαχία των κληρικών, των οικονομολόγων και των ηθικολόγων, έχουν εξαγιάσει την εργασία και ως εντολή του Θεού. Αλλά είναι γνωστόν ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός ούτε ο Ιησούς ευλόγησαν την εργασία. Ο μεν Θεός, αφού δημιούργησε σε έξι μέρες τον κόσμο, σταμάτησε το χρόνο στην έβδομη μέρα, όπου εκείνος αναπαύεται. Ο δε Ιησούς στην επί του όρους ομιλία του συμβούλεψε τους ανθρώπους να μη μεριμνούν για το τί θα φάγουν και τί θα πιουν: «καταμάθατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιβάλλεται ὡς ἕν τούτων» (Ματθ. 6, 27-30). Μόνο οι μικροαγρότες, οι μικροαστοί και οι προλετάριοι, που λόγω βιοτικών συνθηκών δεν έχουν αναπτύξει και πολύ το πνεύμα τους, είναι οπαδοί του ναζιστικού δόγματος «Die Arbeit macht frei» (:η εργασία ελευθερώνει). Το δόγμα αυτό διευκολύνει τους κεφαλαιούχους, που, σε αγαστή συνεργασία με τη θρησκεία και το κράτος, νομιμοποιούνται να πολλαπλασιάζουν άμετρα και ανεξέλεγκτα τον πλούτο τους. Ήδη ο Μ. Ναπολέων το 1807 αποφάσιζε «την Κυριακή, μετά τη θεία λειτουργία, να ανοίγουν τα εργαστήρια και οι εργάτες να επανέρχονται στις δουλειές τους». Και βλέπομε ότι το μέτρο εκείνο προωθείται σήμερα στην αγορά καταναλωτικών αγαθών, και σκεπτόμαστε: αύριο γιατί όχι και στους τόπους παραγωγής τους; Λίγο πρωτύτερα (1770) είχε δημοσιευθεί ανωνύμως στο Λονδίνο «Μια πραγματεία για τα επαγγέλματα και το εμπόριο», όπου καθοριζόταν το ωράριο της εβδομαδιαίας εργασίας σε 14 ώρες, από τα οποίες οι δύο θα έπρεπε να διατίθενται για τα γεύματα των εργατών, οι οποίοι θα έπρεπε να συγκατοικούν στα «Σπίτια της φρίκης», δηλ. θα ήσαν έγκλειστοι σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

 11. Η ενοχή των υμνητών της εργασίας: Ο Πωλ Λαφάργκ στη συνέχεια επιτίθεται σ’ εκείνους στους φιλοσόφους και τους λογοτέχνες, που εξυμνούν την εργασία ως ύψιστο καθήκον του ανθρώπου. Είναι μια σειρά, που αρχίζει από τον «συγκεχυμένο» Αύγουστο Κοντ μέχρι το «γελοίο» Λερουά- Μπολιέ και από τον «τσαρλατάνο ρομαντικό» Βίκτορ Ουγκώ μέχρι τον «αφελώς μωρόδοξο» Πωλ ντε Κοκ. Παράλληλα δοξάζει τους Έλληνες φιλοσόφους και ποιητές, οι οποίοι οδηγώντας τους πολίτες σε κοινωνία ισοπολιτείας καταδίκαζαν την εργασία και τούς δίδασκαν να την περιφρονούν ως προσιδιάζουσα μόνο σε δούλους, να υμνούν τη «σχολή» και να ασχολούνται ελεύθερα με την άσκηση του σώματος και με τα παιγνίδια του πνεύματος. Ήταν η εποχή μιας κοσμοϊστορικής ακμής, που ανέδειξε Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Περικλή, Θουκυδίδη, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Φειδία και τους λίγους, αλλά γενναίους εκείνους, που στο Μαραθώνα «χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν».

 12. «Δουλέψτε, προλετάριοι, για να γίνετε αθλιότεροι!»: Σήμερα, που η τεχνολογία έχει σχεδόν αχρηστεύσει σε μεγάλο βαθμό τη μυϊκή δύναμη του ανθρώπου, αλλά έχει περιορίσει αισθητώς και την πνευματική, «το δικαίωμα στην εργασία» και το δόγμα «η εργασία ελευθερώνει» μεταλλάχτηκαν σε πιεστικά αιτήματα για δημιουργία θέσεων εργασίας και καταπολέμηση της ανεργίας. Η περίσσεια και η απόλυση εργατικού δυναμικού με την παρεπόμενη εξαθλίωση και λιμοκτονία γίνονται οι φυσικοί παρορμητές προς εργασία. Και ο Πωλ Λαφάργκ σημειώνει: «δουλέψτε, δουλέψτε, προλετάριοι, πολλαπλασιάστε τον κοινωνικό πλούτο και μαζί μ’ αυτόν και την προσωπική σας αθλιότητα. Δουλέψτε, δουλέψτε, για να γίνετε φτωχότεροι, και να έχετε έτσι περισσότερες αιτίες για να δουλεύετε και να γίνεστε αθλιότεροι. Κι αυτό είναι ο αδυσώπητος νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής».

 13. Η τεχνολογία δεν απελευθέρωσε: Όμως ο παραγόμενος πλούτος δυστυχώς δεν ανήκει στην κοινωνία· ανήκει το πολύ-πολύ στο ένα δέκατο του συνολικού πληθυσμού, στους «έχοντες και κατέχοντες». Κι ενώ η τεχνολογία θα έπρεπε όχι μόνο το εργατικό ωράριο να είχε επιβραχύνει, όχι μόνο τις θέσεις εργασίας να είχε αυξήσει και το κόστος ζωής να είχε ελαττώσει, αλλά και την εργασία να την έχει σχεδόν καταργήσει. Όμως δυστυχώς συμβαίνουν τα εντελώς αντίθετα. Στην εποχή του Κικέρωνα, λέει ο Πωλ Λαφάργκ, ένας Έλληνας ποιητής, ο Αντίπατρος, χαιρέτισε δοξαστικά την εφεύρεση του νερόμυλου, διότι θα απελευθέρωνε τις δούλες και όσες γυναίκες ελεύθερων πολιτών, που μέχρι τότε με το χέρι τους ώρες ολόκληρες άλεθαν το σιτάρι στη μυλόπετρα του σπιτιού, και θα έφερνε το χρυσό αιώνα· και ύμνησε τη σωτήρια αυτή εφεύρεση ως εξής: «Μυλωνούδες, πάρτε το χέρι σας από το άλεσμα και κοιμηθείτε ήσυχα. Την αυγή αφήστε τον πετεινό να λαλάει. Η Δήμητρα τη δουλειά των κοριτσιών την ανέθεσε στις νύμφες, που τώρα ανάλαφρα ξεφαντώνουν πάνω στις ακτίνες των τροχών, που οι άξονές τους τρίζοντας στριφογυρίζουν και κινούν το βάρος του λιθαριού, που κυκλογυρίζει. Ας ζήσουμε τη ζωή των προγόνων μας κι άεργοι πια ας χαιρόμαστε τα δώρα που η θεά μας χάρισε!» Αλλά ο καιρός της ανάπαυλας και του ελεύθερου χρόνου δεν ήρθε ποτέ. Γιατί «τυφλή, διεστραμμένη και φονική φιλοπονία μετέβαλε τη μηχανή από εργαλείο απελευθέρωσης σε εργαλείο υποδούλωσης ελεύθερων ανθρώπων: η παραγωγική δύναμη της μηχανής φτωχαίνει τους ανθρώπους».

Κι ο Αριστοτέλης είχε κάμει την πρόβλεψη ότι κάποτε θα ερχόταν ο καιρός, που κάθε εργαλείο θα κινούνταν κατά διαταγή, για να εκτελέσει έργο, όπως π.χ. κινούνταν τα αριστοτεχνήματα του μυθολογικού Δαιδάλου. Τότε οι εργοδότες δεν θα χρειάζονταν ούτε βοηθούς ούτε σκλάβους. Αλλά ο καιρός του Αυτοματισμού και της Ρομποτικής είναι ήδη παρών. Η εργασία δεν έπαψε ποτέ να υποδουλώνει. Αλλά και η οκνηρία είναι και θα παραμένει μόνο ως θλιβερό αποτέλεσμα της κοινοτυπίας και της πλήξης.

 14. «Ω οκνηρία, λυπήσου την ατέλειωτη δυστυχία της εργατικής τάξης!» φωνάζει ο Πωλ Λαφάργκ. Όμως κάθε ύμνος στην αεργία και τη συνακόλουθη τεμπελιά, κάθε κίνημα διαμαρτυρίας κατά των εκμεταλλευτών της εργασίας, όσο κι αν συγκινεί μερικούς νεαρούς, πάντως δεν παύει να είναι προϊόν ομάδων και όχι μαζών. Αλλά και οι τέτοιες ομάδες, χωρίς οικονομικά μέσα επιβίωσης, έστω κι αν έχουν επιλέξει τη φιλοσοφία του κυνικού Διογένη ή του νεωτερικού marginalismus, όπως ας πούμε στον καιρό μας είναι οι Γάλλοι clochard (κλοσάρ), κινδυνεύουν να περιέλθουν στο περιθώριο της κοινωνίας ως παράσιτα και κάποτε μάλιστα ως εστίες ηθικής και κοινωνικής σύγχυσης και αντίδρασης. Και μόνο γόνοι εύπορων οικογενειών, και μάλιστα σε βάρος της οικονομίας των γονιών τους, για να διώξουν προσωρινά την πλήξη της άχαρης καθημερινότητάς τους, μόνο κάτι τέτοιοι μπορούν να μετέχουν σε ανάλογα νεωτεριστικά κινήματα διαμαρτυρίας.

 15. Η διαφθορά των παραγωγικών τάξεων: Αν ήταν δυνατόν κάποτε οι τάξεις των εργατών και των προλεταρίων, αντί να μάχονται για «τα ανθρώπινα δικαιώματα» και προπάντων για το «δικαίωμα στην εργασία», αν αυτές οι τάξεις αποφάσιζαν να εργάζονται τρεις ώρες την ημέρα, τότε θα μπορούσε η γη να γεννήσει έναν καινούργιο κόσμο χαράς και ευτυχίας. Αλλά το να ζητείς μια τέτοια «αντρίκεια απόφαση» από τις τάξεις αυτές, είναι καθαρή και φαιδρή ουτοπία. Γιατί αυτές οι τάξεις, εκτός των άλλων εμποδίων, είναι ανεξιλέωτα συνένοχες και αθεράπευτα διεφθαρμένες από την καπιταλιστική Ηθική, η οποία ιδρύει και συντηρεί αρραγή τη σχέση αφέντη-δούλου, πλούσιου-φτωχού, κόσμου πλησμονής και κόσμου αθλιότητας.

 16. Όσοι πωλούν την εργασία τους εξισώνονται με τους δούλους: «Ω τεμπελιά, μητέρα της τέχνης και των ευγενών αρετών, γίνε βάλσαμο για τους πόνους της ανθρωπότητας!» αναφωνεί και πάλι ο Πωλ Λαφάργκ. Αλλά όποιος, ως άτομο και μόνο, κατορθώνει να προσφέρει σπονδές στη θεότητα της οκνηρίας, είναι βέβαιο ότι ή είναι παράσιτο της κοινωνίας ή από πριν έχει εξασφαλίσει με τα προϊόντα της δικής του ή ξένης εργασίας το κεφάλαιο, που θα «δουλεύει» και θα τού χαρίζει μιαν ανέμελη ζωή. Γιατί μια τέτοια πολυπόθητη από όλους ζωή μόνο με τα προϊόντα της δουλείας μπορεί να εξασφαλισθεί. Τότε και μόνο θα μπορεί ο καθένας να περιφρονεί, ακόμα και να λοιδορεί, την εργασία και να δοξάζει μεγαλόθυμα την οκνηρία. Γιατί όχι μόνο οι χειρώνακτες, αλλά και οι έμποροι και όλοι όσοι αντί χρημάτων πωλούν την εργασία τους, πωλούν τον εαυτό τους και έτσι εξισώνονται με τους δούλους.

 17. Φάρμακα θεραπείας: Μόνο ο πόνος, η φρίκη και ο θάνατος ξηλώνουν από τη συνείδηση τα στρώματα της κατήφειας και της ανίας και τη λούζουν και την καθαίρουν με τα νάματα της συμπόνιας, της φιλαλληλίας και της αλληλεγγύης. Σε καιρούς χαλεπούς, καιρούς πολέμου, επιδημιών, φυσικών καταστροφών ή μεγάλων και κρίσιμων συναγερμών προέχει η σωτηρία, η επιβίωση. Τότε και η ανία αυθωρεί εξαφανίζεται. Θεριεύει η ελπίδα και διώχνει τη μελαγχολία, τη κατάθλιψη, ακόμα και κάθε ιδέα για αυτοκτονία. Σε καιρούς όμως πλησμονής και «άζωης γαλήνης» από τον Πλούτο και την Πενία γεννιέται ο Έρωτας. Από τον Κόρο και την Ανία γεννιέται η Οκνηρία. Και τέλος από αυτό το παράταιρο αλλά και φυσικό ζευγάρι, του Έρωτα και της Οκνηρίας, γεννιέται ο μινώταυρος του Θανάτου. Και ο ποιητής μας αναστενάζει:

 

«Ὦ κόρος, σὺ μὲ ἔσταξες ρανίδα πρὸς ρανίδα

ἐν τῇ ψυχῇ τὸν θάνατον· ὁποία ἐρημία!

Κατέστρεψες τὸν ἔρωτα, τοὺς πόθους, τὴν ἐλπίδα,

καὶ πάλλει ὡς χρονόμετρον θανάτου ἡ καρδία».