Προβληματισμοί

Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη:

TO ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟΥ

 

Όλα τα μεγάλα πολιτικά, κοινωνικά και πνευματικά κινήματα, που φιλοδοξούν να εδραιωθούν και αναπτυχθούν ευρύτερα με προοπτική διαιώνισής τους, αναγκάζονται να συγκεφαλαιώσουν σε ένα σύντομο και σχεδόν επιγραμματικό κείμενο τις θεμελιώδεις αρχές τους. Η γλώσσα και το ύφος των κειμένων αυτών είναι απλά, κατανοητά, συναρπαστικά και ευμνημόνευτα για το μεγάλο πλήθος των πολιτών, προς τους οποίους βασικά και απευθύνονται. Είναι κείμενα διακηρυκτικά αρχών για πολύ σπουδαία ζητήματα κοσμοθεωρητικά, βιοθεωρητικά, τέχνης, θρησκείας, οικονομίας, πολιτικών κομμάτων κλπ.  

Τα κείμενα αυτά, άλλοτε ως «κοινωνικά συμβόλαια», άλλοτε ως «συντάγματα», άλλοτε «σύμβολα θρησκευτικής ομολογίας» και άλλοτε ενός πολιτισμικού κινήματος νεωτεριστικής μεταρρύθμισης έχουν το χαρακτήρα αφορισμών και προφητειών και αποσκοπούν στη δημιουργία συλλογικής συνείδησης ανάλογης προς τη σημασία, που αποδίδει ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό συμβόλαιο» με τον όρο volonté générale (γενική βούληση)· όταν προέρχονται από νομικά κατεστημένες αρχές, λέγονται «διακηρύξεις», αλλά όταν προσκαλούν σε αντίσταση και επανάσταση εναντίον θεσμών, κατεστημένων με τη βία του κράτους, είναι καταγγελτικά, διεγερτικά και επαναστατικά και λέγονται με το λατινικό όρο «μανιφέστα» (manifestus: χειροπιαστός, αυτόφωρος). Τα ευρύτερα γνωστά κείμενα με τον όρο μανιφέστο είναι το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» (1848) των Μαρξ και Ένγκελς και το «Μανιφέστο του Σουρεαλισμού» (1914) του Εντρέ Μπρετόν.  

Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» («Κ.Μ.»), το «ευαγγέλιο του κομμουνισμού» (Λένιν), «το άσμα ασμάτων του Μαρξισμού» (Στάλιν) είναι το πολιτικό πρόγραμμα του «Συνδέσμου των Κομμουνιστών»)*, ενός μορφώματος διαμαρτυρίας φυγάδων στη Γαλλία Γερμανών οικοδόμων και ξυλουργών. Ο σύνδεσμος αυτός πραγματοποιούσε στο Παρίσι το Νοέμβριο του 1847 το δεύτερο συνέδριό του και χρειαζόταν ένα κείμενο για τη διακήρυξη των επιδιώξεών του. Απευθύνθηκαν γι’ αυτό στον επίσης φυγάδα τριακονταετή, αλλά πολύ γνωστό ως διανοούμενο συμπατριώτη τους Καρλ Μαρξ (1818-1883).  

Ο Μαρξ σε συνεργασία με τον φίλο του και κατά δύο έτη νεότερό του Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895) τούς παρέδωσε ένα κείμενο 23 σελίδων, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1848. Ως διδάκτωρ Φιλοσοφίας ο Μαρξ, μολονότι δεν είχε αρχίσει ακόμα με τη σπουδή και μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας, όμως είχε δώσει δείγματα μεγάλου πνεύματος, που αποστέργει τη Μεταφυσική, τον Ιδεαλισμό και τη Θεολογία. Και τα δείγματα αυτά τα έδωσε αρχικά με τη διδακτορική του διατριβή, αφιερωμένη στη «Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας», αλλά και με πολλά κείμενά του, που δημοσιεύονταν στο εφημερίδα του Ρήνου, και απηχούσαν σκέψεις των φιλοσόφων Δημοκρίτου, Επικούρου, Πλάτωνος, Αυγούστου Κοντ, Λούντβιχ Φόυερμπαχ, Χέγκελ και ιδιαιτέρως των Χομπς και Ρουσσώ, πάνω στη έννοια της «αστικής κοινωνίας» και αποτελούσαν σκληρή κριτική του εναντίον του πολιτισμού, της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου. 

«Η βασική ιδέα –γράφει ο Ένγκελς στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του 1883-, που κυριαρχεί στο Μανιφέστο, είναι η ιδέα ότι η οικονομική παραγωγή και η κοινωνική διάρθρωση κάθε ιστορικής εποχής, που προέρχεται απ’ αυτήν αναγκαστικά, αποτελούν τη βάση για την πολιτική και πνευματική ιστορία αυτής της εποχής, ότι σύμφωνα μ’ αυτά (από τον καιρό της διάλυσης της παμπάλαιας κοινής ιδιοκτησίας της γης) όλη η ιστορία ήταν ιστορία ταξικών αγώνων, ανάμεσα σε τάξεις εκμεταλλευόμενες (sic) και τάξεις εκμεταλλεύτριες, ανάμεσα σε τάξεις υποτελείς και τάξεις κυρίαρχες. . .». 

Το «Κ.Μ» είναι από τότε μέχρι σήμερα είναι το βιβλιαράκι, που σημείωσε τις περισσότερες εκδόσεις και τα περισσότερα αντίτυπα από κάθε άλλο βιβλίο σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά παρά την αυτοδιάλυση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», τον οποίον οι μαρξιστές ανά τον κόσμο προπαγάνδιζαν και στήριζαν με βάση τις καταστατικές αρχές του κομμουνισμού, όπως αναφέρονται σ’ αυτό, το κείμενο αυτό εξακολουθεί να διαβάζεται και μάλιστα στα χρόνια μας με περισσότερη ζέση. Και είναι εύλογο το ερώτημα: Τι προσφέρει το κείμενο αυτό σ’ ένα σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος έρχεται σ’ επαφή μ’ αυτό για πρώτη φορά;

 Δύσκολα θα μπορέσει ο αναγνώστης να αποφύγει τη μαγεία αυτού του πολιτικού φυλλαδίου. Η πειστική δύναμη του λόγου, ο συμπυκνωμένος διανοητικός πλούτος, η βιβλική επιγραμματικότητα, οι αλησμόνητοι αφορισμοί, λες και ειπώθηκαν από στόμα βιβλικού προφήτη ή τη γραφίδα «γραμματέως οξυγράφου», η θεατρική παραστατικότητα, ο μυστικιστικός απόηχος της «Αποκάλυψης», συναρπάζουν τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας φράσεις: «Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία, για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ και ο Γκιζό, οι γάλλοι ριζοσπάστες και οι γερμανοί αστυνομικοί». Και μόνο αυτό το δείγμα γραφής μαρτυρεί την ηφαιστειακή έκρηξη της έμπνευσης του νεαρού συγγραφέα. Η πολιτική Ρητορική αυτού του κειμένου με τη λακωνική της ευγλωττία, τυλιγμένη με την πορφύρα της καρδιάς, σημαδεύει εύστοχα τον επαναστατικό χαρακτήρα και την επαναστατική ορμή της «αστικής κοινωνίας».

 Ο Μαρξ κηρύσσοντας πόλεμο κατά τη αστικής κοινωνίας, την οποία σιχαινόταν, τής αναγνώριζε τις εξαιρετικές κατακτήσεις και το δυναμισμό της για την κραταίωση του καπιταλισμού. Και είναι παράδοξο ότι κάποιοι σύγχρονοί μας υπερασπιστές του καπιταλισμού, και ακόμα πολέμιοι του «ερυθρού κινδύνου», ομολογούν επί τέλους ότι ο Μαρξ είχε ανατάμει ορθώς τον καπιταλισμό και προβλέψει τον κόσμο, στον οποίο εκείνος μάς έχει οδηγήσει, ένα κόσμο αχανή, χαοτικό, ανερμάτιστο, κόσμο φρίκης, θανάτου και αρμαγεδδωνικού αφανισμού.

 Ο αναγνώστης από το δισκοπότηρο της ρεαλιστικής αισιοδοξίας των δύο αυτών νεαρών μυσταγωγών, η οποία διαπνέει ολόκληρο το «Κ.Μ.», μεταλαβαίνει τα άχραντα μυστήρια της δίκαιας εξέγερσης και της ελπιδοφόρας για τη νίκη προλεταριακής επανάστασης, που θα έφερνε το γκρέμισμα του καπιταλισμού. Πίστευαν ότι η γερμανική αστική επανάσταση (του 1847) θα ήταν το προοίμιο για μια μεγάλη προλεταριακή επανάσταση σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Όμως ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν γκρεμίστηκε, αλλά ακριβώς τότε βρισκόταν στις παραμονές της πρώτης θριαμβευτικής και παγκόσμιας εξάπλωσής του. Και το γεγονός αυτό δεν αποκαρδίωνε τους προλετάριους, διότι ήλπιζαν ότι, παρά την μακροπρόθεσμη διαδρομή του, ο καπιταλισμός τελικά θα είναι μια παροδική φάση στη ιστορία της ανθρωπότητας, αφού ο τρόπος παραγωγής θα υποκύψει στο «τέλος της ιστορίας», ένα τέλος, που θα το επιταχύνουν οι πόλεμοι και η εξάντληση των φυσικών πόρων της Οικονομίας.

 Ο Μαρξ γνώριζε ότι μετά τη Γαλλική Επανάσταση, την οποία προετοίμασαν οι διαφωτιστές και περισσότερο οι ιδέες του «Κοινωνικού Συμβολαίου» του Ρουσό, άρχισε να λειτουργεί η αρχή των εθνοτήτων. Τα μικρά και πολλά εθνικά κράτη, που προέκυπταν από τη συνένωση επαρχιών και περιφερειών, ενίσχυαν την ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας και επομένως του καπιταλισμού. Αλλά ο Μαρξ δεν περιέγραψε τον κόσμο εκείνο, που δημιουργούσε η «βιομηχανική επανάσταση», όπως ο Ένγκελς χαρακτήρισε εκείνη την ανάπτυξη της βιομηχανίας, που έγινε κυρίως στην Αγγλία, αλλά πρόβλεψε πώς θα έπρεπε να διαμορφωθεί ο καπιταλιστικός κόσμος σύμφωνα με τους νόμους της εξέλιξής του, που ο ίδιος καθόριζε. Και πράγματι, όποιος διαβάσει αυτές τις προφητικές προβλέψεις του Μαρξ, θα διαπιστώσει ότι αυτός ο κόσμος είναι ο δικός μας κόσμος, αυτός ο εφιαλτικός και όμως τρομολαγνειακός κόσμος της αβύσσου.

 Η επανάσταση στην ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς και συγκοινωνίας, που σημειώθηκε ευθύς μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έβαλε την Οικονομία στον αχανή ορίζοντα της παγκοσμίωσης. Η παραγωγή και η κατανάλωση απέκτησαν κοσμοπολιτικό χαρακτήρα. Το όραμα του κομμουνισμού για μια διεθνική ένωση των πληθυσμών πραγματώνεται με την κοινωνία της πληροφορίας και τον ψηφιακό κόσμο. Πρωτύτερα ο καπιταλισμός με την ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική του μορφή ανάγκαζε τα υπό ανάπτυξη έθνη να προσχωρήσουν στους ρυθμούς παραγωγής και κατανάλωσης, που ο ίδιος διόριζε, με την απειλή ότι αλλιώς θα καταστραφούν. Και διατηρούσε ή και δημιουργούσε την υπανάπτυξη στο λεγόμενο «τρίτο κόσμο». Και ενώ το ένα τρίτο της ανθρωπότητας ζούσε με οικονομικά συστήματα σοβιετικού τύπου, ο καπιταλισμός φαινόταν πως δε θα κατορθώσει ποτέ να εξαναγκάσει όλα τα έθνη να αναπτύξουν αστική κοινωνία.

 Άλλωστε ο καπιταλισμός δεν πίστευε ποτέ ότι η ανάπτυξή του θα επέφερε τη διάλυση της οικογένειας, όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ. Και καυχιόταν ότι φωτίζει αυτή την κοινωνία με το τρικέρι πίστης στην οικογένεια, την πατρίδα και θρησκεία, ένα τριλαμπές φως, που το «Κ.Μ.» ήθελε να αποσβήσει. Αλλά να που το σβήνει ο ίδιος ο καπιταλισμός.

Στις χώρες της Δύσης το ήμισυ των παιδιών γεννιούνται ή ανατρέφονται από άγαμες ή μόνες μητέρες. Επίσης τα μισά νοικοκυριά στις μεγάλες πόλεις είναι μονοπρόσωπα. Έτσι αυτό που ο προκατειλημμένος αναγνώστης το 1848 θα το διάβαζε ως επαναστατική ρητορική ή ως ευλογοφανή πρόβλεψη, σήμερα το διαβάζει ως κατόρθωμα του καπιταλισμού. Μένουμε έκθαμβοι! Ο παγκοσμιωμένος καπιταλισμός επαλήθευσε με απόλυτη ακρίβεια τις προβλέψεις του Μαρξ! Για φαντάσου!  

Μια άλλη όμως πρόγνωση του Μαρξ δεν επαληθεύτηκε ακόμα: Ότι η αστική τάξη θα είχε δημιουργήσει μέσα στο προλεταριάτο «προ πάντων τους δικούς της νεκροθάφτες». Ο Μαρξ είχε προβλέψει ότι το προλεταριάτο των εργατών σε λίγο με τη νίκη του θα κατέστρεφε αναπόφευκτα και οριστικά την αστική τάξη. Σήμερα όμως δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει εύκολα για υπαρκτό προλεταριάτο, αφού με τις κατακτήσεις του το εργατικό κίνημα έχει αναγκάσει τον καπιταλισμό σε υποχωρήσεις και παραχωρήσεις, που διευκολύνουν τους ανθρώπους να ζουν ως εργολήπτες με σταθερή μισθωτή εργασία και υποφερτές συντάξεις.  

Δεν προέβλεψε επίσης ο Μαρξ ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας θα απωθούσε στην ανεργία μεγάλα πλήθη εργατών και θα δημιουργούσε τους όρους και τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός νέου προλεταριάτου, που θα μπορούσε να ονομαστεί «προλεταριάτο των ακαδημαϊκών», αφού η τριτογενής οικονομία, η οικονομία των υπηρεσιών, υπερκάλυψε την δευτερογενή, τη μεταποιητική, δηλ. τη βιομηχανική οικονομία. Η έκρηξη της γνώσης και η συνακόλουθη πλημμύρα όσων αποκτούν πανεπιστημιακούς και μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, πυκνώνουν τις στρατιές των ανέργων, των οποίων η επανάσταση θα αναστήσει το Μαρξ.

Ο Μαρξ προέβλεπε ότι ο γκρέμισμα του καπιταλισμού θα γινόταν, αν οι προλετάριοι οργανώνονταν σε αναγκαστικά πολιτικό ταξικό κίνημα, για να αναλάβει την ηγεσία των ανικανοποίητων άλλων εργατικών τάξεων και να τη συσπειρώσει γύρω του, ώστε με τη δύναμή του να κατακτήσει την πολιτική εξουσία ως «αυτοδύναμη κίνηση του τεράστιου πλήθους προς το συμφέρον του τεράστιου πλήθους». Σ’ αυτή την περίπτωση το προλεταριάτο «θα ανυψωνόταν σε εθνική τάξη, για να διαπιστώσει ότι ο εαυτός του είναι έθνος».  

Και πράγματι μετά τη Β΄ Διεθνή και γύρω στα 1880 σε πολλά δημοκρατικά κράτη του εξελιγμένου κόσμου, όπου ίσχυε το δικαίωμα της εκλογής, δημιουργήθηκαν σοσιαλιστικά και κόμματα εργατών, αφού οι εργάτες στο μεταξύ είχαν αποκτήσει ταξική συνείδηση. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κάποια από τα κόμματα αυτά ακολούθησαν τον επαναστατικό δρόμο, που είχαν ανοίξει οι μπολσεβίκοι, και τα οποία σήμερα ή αφομοιώθηκαν με τα σοσιαλδημοκρατικά ή εξαφανίσθηκαν, ενώ άλλα αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμένου καπιταλισμού και σε πολλές περιπτώσεις άσκησαν εξουσία ή συνεργαζόμενα με κεντρώα ή και αυτοδύναμα. Και ως προς τούτο το θέμα, δηλ. το ρόλο των εργατικών κομμάτων, ο Μαρξ δεν προέβλεψε εσφαλμένα. Εσφαλμένος αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι «από όλες τις τάξεις, που σήμερα βρίσκονται απέναντι στην αστική τάξη, μόνο η προλεταριακή είναι αληθινά επαναστατική τάξη». Γιατί η αναπόφευκτη μοίρα της, που ήδη βρίσκεται στη φύση και την εξέλιξη του καπιταλισμού, όφελε να υπάρχει μέσα στο γκρέμισμα της αστικής τάξης, αφού ο Μαρξ πίστευε ότι «το γκρέμισμά της και η νίκη του προλεταριάτου είναι αναπόφευκτα».

 Κατά την δεκαετία του 1840 η μεγάλη κρίση της οικονομίας, που γέννησε και αλυσίδα επαναστάσεων στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, επέφερε φτώχεια και πείνα στους εργατικούς πληθυσμούς. Τότε φάνηκε να επαληθεύεται η διαπίστωση του Μαρξ ότι «η αστική τάξη είναι ανίκανη να εξουσιάσει, γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει για τους σκλάβους της τη ζωή τους μέσα στην κατάστασή τους, όπου έπρεπε να τους διατρέφει αντί να διατρέφεται απ’ αυτούς». Η αστική τάξη, λοιπόν, αντί να κερδίζει από την οικονομία και με το κέρδος της να διατρέφει τους εργάτες, διατρεφόταν από αυτούς. Γιατί λοιπόν ο καπιταλισμός με τα τεράστια κέρδη του δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει μια σταθερή ζωή, έστω και μέτρια, με κάποιο σύστημα κοινωνικής προνοίας, για τους εργάτες; Και η ένδεια αυξανόταν με ταχύτερο ρυθμό από όσο ο πληθυσμός και ο πλούτος.

 Αργότερα ο καπιταλισμός υποχώρησε στην ανάγκη για σύσταση κράτους προνοίας, το οποίο όμως εγκαταλείφτηκε παντού, όπου η ελεύθερη αγορά θριαμβεύει. Και είναι παράδοξο: Ενώ το καθαρό εισόδημα της εθνικής οικονομίας αυτών των κρατών ανά δεκαετία σχεδόν διπλασιάζεται, αυτά καταργούν το κράτος προνοίας, ακόμα και για κείνους τους πολίτες, που είναι ακτήμονες, άποροι, φτωχοί ή και ανίκανοι για εργασία, με το επιχείρημα ότι οι σχετικές παροχές θα οδηγήσουν τις οικονομίες τους σε χρεοκοπία!

Επίσης η θέση του Μαρξ ότι «το προλεταριάτο είναι μια τάξη που δε θα μπορέσει να ελευθερωθεί, αν δεν ελευθερώσει συνάμα την κοινωνία ως όλο» φαίνεται να στηρίζεται στη φιλοσοφία της εσχατολογίας και όχι στην πραγματικότητα. Γιατί το προλεταριάτο μόνο τότε μπορεί να καταργηθεί, αν πραγματωθεί η φιλοσοφία, αν δηλ. εκείνο μορφωθεί. Και βέβαια το προλεταριάτο δεν θα μπορέσει να καταργηθεί, αν δεν πραγματωθεί η φιλοσοφία, αφού η φιλοσοφία δεν έχει σκοπό να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά να τον διορθώσει.

 Αυτό φάνηκε να συμβαίνει στο Παρίσι λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευση του «Κ.Μ.»: μια κίνηση εργατών ανέτρεψε τη μοναρχία και έδωσε το έναυσμα σ’ όλη την Ευρώπη για επανάσταση. Ο Μαρξ πιστεύει ότι το προλεταριάτο είναι προορισμένο να ελευθερώσει όλη την ανθρωπότητα και να θέσει τέρμα στην αστική κοινωνία. Η πίστη του αυτή προκύπτει από την θεωρητική ανάλυση του καπιταλισμού, αλλά όχι από την ανακάλυψη και ανάδειξη των εγγενών αυτοκαταστροφικών δυνάμεων του καπιταλισμού. Γιατί όπως σημειώθηκε, η μοντέρνα αστική κοινωνία με τα τεράστια μέσα παραγωγής και συγκοινωνίας, που διαθέτει και συνεχώς πολλαπλασιάζει, μοιάζει με το μάγο, ο οποίος δεν κατορθώνει να ελέγχει τις υποχθόνιες δυνάμεις, τις οποίες φέρνει στο φως. Οι αστικές σχέσεις έγιναν τόσο στενές και δεν μπορούν να χωρέσουν τον πλούτο, που οι ίδιες παράγουν.

 Η σύγχρονη κοινωνία και οικονομία δεν είναι πλέον δυνατόν να ελέγχονται από την Πολιτική, την οποία άλλωστε έχουν παραποιήσει και απαξιώσει. Ο Μαρξ σε άλλο κείμενό του γράφει: «Αν η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάσουν σε σημείο, όπου θα γίνουν ανυπόφορες με το καπιταλιστικό τους κέλυφος, τότε το κέλυφος θα εκραγεί». Και αυτό το μπιγκ-μπαγκ θα είναι μια άλλη μεγάλη στιγμή της ιστορίας. Θα είναι πιθανώς ενέργημα της κατά το Νίτσε «Μεγάλης Πολιτικής». Γιατί η Πολιτική είναι εκείνη η δύναμη, όπου καταξιώνεται και ο ντετερμινισμός, η θεωρία του αιτίου και του αιτιατού· αυτή, σαν έρθει η ώρα, θα μπορέσει να εξασφαλίσει «την ελεύθερη εξέλιξη καθενός, η οποία είναι ό όρος για την ελεύθερη εξέλιξη όλων». O Howart Zinn, ένας σύγχρονος Αμερικανός αριστερός στοχαστής, το ίδιο σοβαρός όπως ο Τσόμσκι, στο έργο του «Ο Μαρξ στο Σόχο» προβλέπει ότι θα αναστηθεί ο ίδιος ο Μαρξ, για να διατρανώσει σ’ ολόκληρη την υφήλιο την εξεγερτική φωνή του: «Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις εμπρός σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι πρoλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ’ αυτήν τίποτε άλλο, εκτός από τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν ολόκληρο κόσμο. ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ!“-

_________________________________________

* Τα αποσπάσματα έχουν ληφθεί από την άνευ χρονολογίας και ονόματος μεταφραστή μεταφορά στα Ελληνικά, που όμως είναι η πρώτη μετάφραση, και συνεπώς ανήκει στο Αγρινιώτη λογοτέχνη Κώστα Χαντζόπουλο (1911).

 Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

πανεπιστημίου Μονάχου