Μάρκος Γκιόλιας


Σημείωση:

Το παραπλεύρως άρθρο - μελέτη του Μάρκου Γκιόλια, μας παραχωρήθηκε από τον συγγραφέα του ευγενικά και τον ευχαριστούμε.

Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Ιστορία της αρχαίας Αιτωλικής Αγραίας"


Άλλα κείμενα του Μάρκου Γκιόλια στις σελίδες μας:

 Το Αγρίνιο τέλη του 19ου αιώνα και η διαθήκη του Δ. Στάϊκου.

 

Οι απαρχές του νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο

 

 

 

 
Κείμενα:

Το νεοελληνικό θέατρο στο Αγρίνιο

Ένα κείμενο του Μάρκου Γκιόλια

Οι ρίζες του νεοελληνικού θεάτρου ιχνηλατούνται στο ’Αγρίνιο κατά τίς δυό τελευταίες δεκαετίες του ιθ' αιώνα. Είναι ή εποχή κατά την οποία σημειώνονται κάποιες αστικές διαφοροποιήσεις καί ανακατατάξεις στους κόλπους τής τοπικής κοινωνίας. Συντελείται βαθμιαία μια κοινωνική κινητικότητα. Καί το θέατρο προηγείται πάντοτε στην καταγραφή των σχετικών μηνυμάτων καί αλλαγών στο κοινωνικό υπόστρωμα. Είναι ο πιο ευαίσθητος σεισμογράφος των διαταράξεων στο υπέδαφος του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Το θέατρο ως πολιτιστική λειτουργία απαιτεί συνεργασία καί σύμπραξη των αναπτυγμένων στοιχείων τής κοινωνίας. Προϋποθέτει με άλλα λόγια μια συλλογική συνείδηση για τη συγκρότηση καί εκτέλεση θεατρικών παραστάσεων. ’Αλλά ή ενέργεια αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Συναρτάται με τούς υλικούς όρους τής κοινωνίας καί τα πνευματικά ενδιαφέροντα των ατόμων πού δρουν με τέτοια σκοποθεσία. Καί όλα αυτά μπορούν να γίνουν πράξη μόνο σέ μια τουλάχιστον εν δυνάμει αφυπνιζόμενη κοινωνία.

Ή γέννηση του θεάτρου δείχνει την αναπτυξιακή δυναμική μιας τοπικής κοινωνίας, έστω καί αν αυτή βρίσκεται ακόμη στην αφετηρία τής χειραγώγησής της, όπως το ’Αγρίνιο. Το θέατρο παρουσιάζεται ως προπομπός των τάσεων καί ανησυχιών της. Είναι ό καθρέφτης μιας εκκολαπτόμενης καί διαμορφούμενης κοινωνικής ψυχολογίας. Τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, τα όποια ασχολούνται με τίς νέες οικονομικές καί επαγγελματικές δραστηριότητες, δεν αρκούνται πλέον στην απόκτηση η συσσώρευση υλικού πλούτου. Διεκδικούν καί την παρουσία τους στον χώρο των πολιτιστικών λειτουργιών.

Με την ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών καί τού εμπορίου, ύστερα από το 1880, εμφανίζονται στην κοινωνία τού ’Αγρίνιου καί τα πρώτα σπέρματα των θεατρικών ανησυχιών καί επιδόσεων. Οι αλλαγές στις νοοτροπίες, στα γούστα καί τα ενδιαφέροντα εκδηλώνονται ή καταγράφονται σέ διάφορα επίπεδα, έστω καί με εμπειρικό ή αυτοσχέδιο τρόπο. Μαζί με τα νέα οικονομικοκοινωνικά δεδομένα αλλάζουν βαθμιαία καί οι αισθητικές πεποιθήσεις καί προτιμήσεις σέ ορισμένες προηγμένες ομάδες τής τοπικής κοινωνίας: εμπόρους, επιστήμονες, φοιτητές, στον Τύπο, ακόμη καί σέ κάποιους ημερομίσθιους εργαζόμενους.

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ στατικά στον ζωντανό οργανισμό τής κοινωνίας. Εξελίσσονται καί όταν ακόμη φαίνονται ασάλευτα ή ακίνητα. Ή κίνηση είναι νόμος πού διέπει καθολικά τούς κοινωνικούς οργανισμούς στην ιστορία. Καί ή αγρινιώτικη κοινωνία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. ’Ήδη ή οργάνωση παραστάσεων τού νεοελληνικού θεάτρου στο ’Αγρίνιο αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη γι’ αυτό. Είναι βεβαίως άλλο ζήτημα ό χαμηλός ή ό υψηλός βαθμός ανάπτυξης των πνευματικών λειτουργιών σέ μια τοπική κοινωνία. Αυτό εξαρτάται από διάφορους άλλους παράγοντες.

Οι πρώτες παραστάσεις νεοελληνικού θεάτρου οργανώνονται στο ’Αγρίνιο κατά τα τέλη τής δεκαετίας τού 1880. Συμπίπτουν με τίς απαρχές των εξαστικών διεργασιών πού συντελούνται στην τοπική οικονομία καί κοινωνία. Δεν αποκλείεται όμως να ανεβάζονταν κάποια θεατρικά έργα καί λίγο πρωτύτερα. Αλλά δεν υπάρχουν ή λανθάνουν οι σχετικές ιστορικές μαρτυρίες. Μια είδηση στον τοπικό Τύπο, τον ’Οκτώβριο τού 1889, μιλάει για την ύπαρξη καί τη λειτουργία οργανωμένου Μιμοδραματικού Θιάσου στην πόλη, πριν από αυτή τη χρονολογία.

Επανορθώνοντας κάποια προηγούμενη δημοσιογραφική αδικία εις βάρος τού Θιάσου, άναφέρει μεταξύ άλλων ή εφημερίδα: Οφείλομεν κατά δημοσιογραφικόν καθήκον νά έπανορθώσωμεν μίαν μικράν αδικίαν διά τόν ενταύθα Μιμοδραματικόν Θίασον. "Εν τινι τών προηγουμένων φύλλων μας έν ταις έντυπώσεσαις μας, έπήλθομεν κατ’ αυτού δριμείς, διά τον λόγον ότι πολλοί πολλά έξεφράσαντο παράπονα1. Σέ άλλες περιπτώσεις ό Θίασος αναφέρεται ώς Θεατρικός Σύλλογος.

Ό συντάκτης τής εφημερίδας, αν καί δεν μένει πλήρως ικανοποιημένος, γράφει σχετικά: Άλλ ’ ημείς παρευρεθέντες έν μια τών παραστάσεών του εσχάτως, άν καί δέν άπεκομίσαμεν πολύ καλάς εντυπώσεις, ούδέν ήττον έτέρφθημεν μεγάλως έκ τής ευθυμίας τού λαού. ’Από όλους καλλίτερα τό μέρος της κάμνει ή μικρά Ελένη αν καί δέν κάμνη μεγάλα πράγματα. Τά τραγουδάκια της τά λέγει τόσον νόστιμα, όσον δύναται νά τά είπή ένα κοριτσάκι δώδεκα ετών. Οι στίχοι τού Παράσχου εξέρχονται περιπαθέστατοι εκ των μικρών χειλέων της2.

Ή μικρή Ελένη αυτοαναγγέλλεται στή σκηνή με τούτα τα λόγια: Εις τόν προθάλαμόν σας περίλυπη έμβαίνω... ’Αρχίζει τον ρόλο της άγάλια-άγάλια, σημειώνει ό συντάκτης: Καί έφ’ όσον προχωρεί, ή φωνή της καθίσταται λιγυρωτέρα, περιπαθεστέρα. Καί αναφέρει τον απαγγελλόμενο στίχο: Τής μοίρας αποπαίδι σάν φθινοπώρου φύλλο, πού αν δέν κάμνη τούς άκροατάς της νά κλαίωσι, τούς συγκινεί όμως πολύ. Άλλ’ ή συγκίνησις αφίπταται ταχύτερον βέλους, διότι ή μικράcΕλένη αλλάσσει ευθύς σκοπόν. ’Αρχίζει το κρασάκι της, ή άλλο τι ευθυμώτερον τραγουδάκι, ώς π.χ. την Χώρα του Ραγκαβή3.

Για το έργο καί τον συγγραφέα του, ή εφημερίδα δεν κάνει καμιά μνεία. Είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για κάποια κωμωδία ή μάλλον γιά κωμειδύλλιο, αν κρίνει κανείς από την αναφορά στην ευθυμίαν καί τα δάκρυα, τα όποια προκαλεί στους θεατές. ’Αξιοσημείωτο είναι πώς τω κοινό του ’Αγρίνιου παρακολουθεί τίς παραστάσεις του Θιάσου, πού δένε είναι μιά, αλλά περισσότερες. Καί νιώθει μάλιστα ενθουσιασμένο από αυτές. Διατυπώνει ακόμη καί σχόλια. ’Ενδεικτικές είναι καί οι αναφορές του συντάκτη στα εμβόλιμα τραγουδάκια του Παράσχου καί του Ραγκαβή.

Ό Μιμοδραματικός Θίασος ’Αγρίνιου, δημιούργημα τής τοπικής κοινωνίας καί των ανθρώπων τής εποχής, εξακολουθεί τή δράση του. ’Οργανώνει θεατρικές παραστάσεις σέ όλη σχεδόν την τελευταία δεκαετία του ιθ' αιώνα. Βαθμιαία δημιουργεί στην πόλη θεατρική παράδοση, τής οποίας ή συνέχεια δέν κόβεται στα μετέπειτα χρόνια. Οι ηθοποιοί πού παίζουν τα έργα είναι ντόπιοι Αγρινιώτες, κυρίως φοιτητές. ’Αλλά καί διάφοροι εργαζόμενοι καί επαγγελματίες. Τον Θίασο απαρτίζουν μόνον άνδρες, οι όποιοι υποδύονται καί τούς γυναικείους ρόλους των έργων.

Σέ κανένα από τα έργα πού ανεβάζει ό Θίασος δεν αναφέρεται ή συμμετοχή γυναίκας. Σέ όλα πρωταγωνιστούν άνδρες. Τα ήθη καί τα έθιμα τής τοπικής κοινωνίας είναι ακόμη αυστηρά καί απαγορευτικά για την παρουσία γυναικών σέ ερμηνεία θεατρικών ρόλων. Οι γυναίκες πού παίζουν ή υποδύονται πρόσωπα στο θέατρο, θεωρούνται ελαφρών ή ελευθέρων ηθών. Ή κοινή δράση ανδρών καί γυναικών στη σκηνή αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική ως ανεπίτρεπτος συναγελασμός. Καί οι αντιλήψεις αυτές δεν επικρατούν μόνο στο ’Αγρίνιο. Κυριαρχούν καί σέ άλλες επαρχιακές πόλεις, όπου πρωτοεμφανίζονται καί λειτουργούν θίασοι του νεοελληνικού θεάτρου.

Μέσα σέ δυό χρόνια ό Μιμοδραματικός Θίασος ξεπερνάει πολλές δυσκολίες. Κατορθώνει να κερδίσει την εκτίμηση του αγρινιώτικου κοινού. Έως το τέλος του 1890 ανεβάζει διάφορες κωμωδίες. Ώς αίθουσα παραστάσεων χρησιμοποιείται αρχικώς το ζαχαροπλαστείο του Ρόκου στην κεντρική Πλατεία Μπέλλου. Στον ίδιο χώρο παίζουν καί αθηναϊκοί θίασοι, όταν επισκέπτονται την πόλη, όπως του Νικ. Λεκατσά4 το 1889 καί του Άχιλ. Άτέση5 το 1890. το ζαχαροπλαστείο εκείνο υπήρξε ό πρώτος χώρος παραστάσεων του νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο.

Ό τοπικός Θίασος σημειώνει αξιόλογες επιτυχίες για τα δεδομένα του καιρού. Είναι ήδη ένας εκπολιτιστικός λαμπαδηφόρος για την πόλη: ’Ολίγο φως και μακρινό σέ μέγα σκότος κι έρμο, θα μπορούσε να ειπεί κανείς παραλλάσσοντας νοηματικά τον σολωμικό στίχο. Κατά τον εορτασμό τής εθνικής επετείου τής 25ης Μαρτίου του 1891, ό Θίασος ανεβάζει την ανώνυμη τραγωδία ’Αθανάσιος Διάκος. Αυτή είχε τυπωθεί το 1859 στην ’Αθήνα χωρίς να αναφέρεται ο συγγραφέας της6.

Ή παράσταση οργανώνεται αυτή τη φορά για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ό Θίασος ανακοινώνει ότι οι εισπράξεις θα διατεθώσιν υπέρ των πτωχών της πόλεως. Ή τυπωμένη καί δημοσιευμένη ανακοίνωση του Θιάσου έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό. Προσέρχεται πολύς κόσμος. Καί πληρώνει με προθυμία το εισιτήριό του για την ενίσχυση του Θιάσου καί τον σκοπό τής παράστασης. Σημειώνεται πώς οι υπεύθυνοι κόβουν εισιτήριο καί στις άλλες παραστάσεις καί όχι μόνον σέ αυτή.

Ό ενθουσιασμός του κοινού είναι συγκινητικός κατά την προσέλευσή του. Γράφει ή τοπική εφημερίδα: Την τόσον ευεργετικήν παράστασιν έτίμησαν πάμπολλαι οικογένειαι τής ανωτέρας τάξεως, πρωτοφανές φαινόμενον. 'Άπασαι αι αρχαί καί όλος ό άλλος κόσμος, ελκόμενος υπό των προγραμμάτων, αγγελιών καί του σκοπού τής παραστάσεως προσήλθον εις αυτήν7. Ή πόλη μοιάζει να ξυπνάει από την αδιαφορία καί το πνευματικό τέλμα των παλαιών γαιοκτημόνων καί συντηρητικών στοιχείων της.

Ή παράσταση τής τραγωδίας 'Αθανάσιος Διάκος γίνεται στην αίθουσα τού Παρθεναγωγείου τής πόλης. Ό τρόπος τής οργάνωσής της είναι άψογος από κάθε πλευρά. οι υπεύθυνοι του Θιάσου διαμορφώνουν ειδικά την αίθουσα: στήνουν σκηνή, κατασκευάζουν αυλαία, δημιουργούν τον απαραίτητο φωτισμό, φέρνουν ορχήστρα, αγοράζουν καθίσματα, προμηθεύονται ή παραγγέλλουν τίς κατάλληλες στολές, κάνουν πρόβες. Ή αίθουσα παίρνει τέτοια όψη, πού δείχνει πραγματικό θέατρο. Ή ικανοποίηση του λαού είναι έκδηλη παντού.

οι προετοιμασίες τής παράστασης διαρκούν αρκετές ήμερες. οι υπεύθυνοι του Θιάσου δεν φείδονται κόπου καί θυσιών για το άρτιο ανέβασμα του έργου. Εργάζονται όχι μόνο πνευματικά για την εκμάθηση των ρόλων τους, αλλά καί χειρωνακτικά. Καί αυτό το γνωρίζει ό συντάκτης σημειώνοντας για τούς υπεύθυνους: εκοπίασαν επί εβδομάδας ίνα διασκεδάσουν ημάς τούς Βραχωρίτας8. Καί δεν παραλείπει ό ίδιος να χαρακτηρίσει γενικότερα ως ευεργετικόν τον Σύλλογον για την πόλη.

Παράλληλα οι επικεφαλής του Θιάσου τυπώνουν εισιτήρια καί αριθμούν τα 250 καθίσματα, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των θεατών, σε πρώτης καί δεύτερης θέσης. Τα εισιτήρια τής πρώτης θέσης έχουν 1,50 δραχ. το καθένα, ενώ τής δεύτερης κάτω τής μιας δραχμής. Τελικώς, ό Θίασος εισπράττει το σημαντικό για την εποχή ποσό των 328 δραχμών. Από αυτές οι 92 περίπου δραχμές καλύπτουν τα έξοδα τής παράστασης καί οι υπόλοιπες διατίθενται για τον σκοπό τής οργάνωσής της.

"Ολα αυτά έχουν σημασία γιατί καταδεικνύουν όχι μόνο την πρακτική δουλειά των μελών του Θιάσου. Φανερώνουν καί την εμπειρία τους στην οργάνωση καί τη λειτουργία τής θεατρικής σκηνής. Μέλη του Θιάσου υποδέχονται με ευγένεια τούς θεατές καί τούς τοποθετούν στις θέσεις τους, σύμφωνα με τούς αριθμούς των εισιτηρίων: Περιποιούντο τούς εισερχόμενους, δείξαντες προσέτι φιλοκαλίαν ως πρός την τοποθέτησιν των καθισμάτων, κάδρων, σημαιών κλπ., τα όποια όλα αναπολούν αθηναϊκά θέατρα9. Με το καθήκον τής υποδοχής των θεατών ήταν επιφορτισμένα τρία κυρίως μέλη του Θιάσου: ό Βασίλειος Παπαγιάννης, ό Χρήστος Μπέλλος καί ό Εμμανουήλ Τριγώνης, κάλλιστος φοιτητής τής Νομικής10, καθώς αναφέρει η ιστορική πηγή.

Οι αυτοσχέδιοι ηθοποιοί δίνουν στην παράσταση τον καλύτερο εαυτό τους. Ψυχώνουν τούς ρόλους τους μέ μεγάλη επιτυχία. Είναι όλοι Άγρινιώτες, μερικοί γνωστοί μετέπειτα ως επιστήμονες. Τον ρόλο του μαρτυρικού ήρωα τής εθνικής παλιγγενεσίας ’Αθανασίου Διάκου υποδύεται ό δάσκαλος Κων. Γεωργιάδης. Πρόκειται για ένα ταλαντούχο πρόσωπο, το όποιο παίζει σε όλες τίς παραστάσεις καί είναι κατά κάποιον τρόπο ή ψυχή του Θιάσου. Φαίνεται μάλιστα ότι αυτός συγκεντρώνει τούς φοιτητές καί ορισμένα άλλα πρόσωπα καί μαζί συγκροτούν τον πρώτο πυρήνα του τοπικού Θιάσου.

Τον ρόλο του πασά Όμέρ Βρυώνη, στρατηγού του σουλτάνου κατά την επανάσταση του Είκοσιένα, ερμηνεύει ό Νικ. Πολυχρονόπουλος, επίλεκτο μέλος καί αυτός του Θιάσου. Τον άγριο καί ανάλγητο Χασάναγα, υπασπιστή του Όμέρ Βρυώνη, υποδύεται ό Νικόλαος Δημάδης. Δεν είναι άλλος από τον αδερφό του κατοπινού ποιητή καί πεζογράφου Κώστα Δημάδη, μιας από τίς σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες τής πόλης. Ό ίδιος μετεκπαιδεύεται αργότερα ως γιατρός στο Παρίσι, μεταφέροντας καί στο ’Αγρίνιο τον αέρα του Ευρωπαίου. Κόρη αυτού του Δημάδη, του οποίου οι οικογενειακές ρίζες ανακρατούν από το Τούρναβο τής ’Ηπείρου11, είναι ή Μαρία Δημάδη, ή κατοπινή ηρωίδα τής ’Εθνικής ’Αντίστασης.

Ό υποκριτικός λόγος του Χασάναγα μεταφέρει την αγριότητα του δυνάστη στον διάλογο με τη μητέρα του ήρωα: 'Ο Διάκος προκαλεί μή θέλων νά τουρκεύση. Τον ρόλο του ’Αναστασίου, γραμματέα του πασά, υποκρίνεται ο Δημ. Παπασούλος ή Χαλκιώτης, μέ εξίσου πειστικό τρόπο. Στους ρόλους των στρατιωτών, υπηρετών καί δημίων, παίζουν οι Άρ. Δαγκλής, Θ. Θεοφανίδης, Χρήστος Μπέλλος, Έμμαν. Τρίγωνης, Βασ. Παπαγιάννης καί κάποια άλλα πρόσωπα, επαγγελματίες ή εργαζόμενοι νέοι τής πόλης. Τα ονόματα τους δεν είναι δυστυχώς γνωστά.

’Ακολουθούν τέλος οι δυό τραγικές φιγούρες τού έργου, ή Μαρία καί ή Ελένη, μητέρα καί αδερφή τού Διάκου αντίστοιχος. Τον ρόλο τής μητέρας τού ηρώα υποδύεται ό Ιωάννης Φαρμάκης, από τα στελέχη επίσης τού Θιάσου. Ή σύγκρουση τής τραγικής μάνας με τούς εκπροσώπους τής εξουσίας τού δυνάστη, ό σπαρακτικός θρήνος για τον γιό της, οι διάλογοι με την κόρη της, όλα αυτά συντελούνται μπροστά στα μάτια τού κοινού. Συγχρόνως, ό ήρωας διαλογίζεται τη σκληρή καί αδυσώπητη μοίρα τής μητέρας του μετά τον θάνατο τού ίδιου: Φτωχή, κακογεράματη, μην έρθει ή ώρα για ψωμί το χέρι της ν ’ άπλώση.

Ή αδερφή τού Διάκου, ή Ελένη, παρουσιάζεται στο έργο με ανδρικόν ένδυμα καί υπό το πλαστόν όνομα Δήμος. Ή ίδια εξηγεί τον λόγο: Δήμον με ονομάζουσιν, επώνυμον δεν έχω. Τον ρόλο της ερμηνεύει ό ’Απόστολος Μουστακόπουλος. Καί δέν είναι άλλος από τον κατοπινό διακεκριμένο νομομαθή, ανώτατο δικαστικό λειτουργό καί συγγραφέα νομικών μελετών. Ό ηθοποιός μεταφέρει στη σκηνή τον λόγο τής Ελένης για τον θάνατο τού αδερφού της:

Ναι! εις ημάς οι τύραννοι καί την ταφήν αρνούνται,

συχνάκις δε τυμβωρυχούν τούς τάφους μας ως λύκοι.

Στο βάθος τής σκηνής ακούγεται ό χορός τής λεβεντιάς: rΩς πότε παλληκάρια θα ζούμε στη σκλαβιά/μονάχοι σα λιοντάρια στους βράχους στα βουνά! Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή. Ή Ελένη ανασκιρτά σύψυχη καί σύγκορμη. Στο τραγούδι των παλληκαριών, τα όποια βροντοπατούνε τα βουνά, αναγνωρίζει τη συνέχεια τής φωνής τού αδερφού της, λέγοντας πηρός τη μητέρα της: Είναι ή φωνή του Διάκου μας! 'Ο Διάκος ζή ακόμη! Το επικό τραγούδι των παλληκαριών, όπως καί τα περιπαθή μοιρολόγια των γυναικών, συνοδεύει ή ορχήστρα τού Θιάσου. Δυστυχώς τα μέλη της παραμένουν καί αυτά άγνωστα.

Το θεατρικό κοινό παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Δοκιμάζει ρίγη συγκίνησης από το εκτυλισσόμενο δράμα. Οι παριστάνοντες (ηθοποιοί) καταχειροκροτούντο αδιακόπως υπό του ενθουσιώντος πλήθους, γράφει ή εφημερίδα. Καί συνεχίζει ή ίδια: Ή αναγγελθείσα παράστασις του Αθανασίου Διάκου ” παρεστάθη τη εσπέρα του Ευαγγελισμού μεθ ’ όλης της απαιτουμένης θαυμαστής επιτυχίας12. Οι θεατές οι οποίοι παρακολουθούν την παράσταση αισθάνονται ευγνωμοσύνη προς τον Θίασο.

'Ένας Άγρινιώτης πολίτης, με το ψευδώνυμο Παρατηρητής, σέ επιστολή του στον τοπικό Τύπο ευχαριστεί ονομαστικά έναν πρός έναν τούς ηθοποιούς. Καί εύχεται να βρεθούν καί άλλοι άξιοι μιμηταί ίνα φαίνεται ότι ζή καί θα ζήση ή Ελλάς13. "Ενας άλλος πολίτης, μέ τά αρχικά Σ.Π., γράφει επίσης στον Τύπο, εξωτερικεύοντας τα αισθήματά του: Συγχαίρομεν τούς φιλόμουσους νέους, οίτινες ανεδέχθησαν το μέγα φορτίον τής ευεργετικής παραστάσεως. Καί ευχόμεθα όπως καί εις το εξής εξακολουθήσωσι το τοιούτον ευεργετικόν έργον διά την Πόλιν14.

Ύστερα από τον Αθανάσιο Διάκο, ό Θίασος ανεβάζει την κωμωδία τού Γεωργίου Σουρή: Δεν έχεις τα Προσόντα, η οποία λίγα χρόνια πριν παιζόταν στα αθηναϊκά θέατρα. Τα πρόσωπα υποκρίνονται μετά θαυμασίας επιτυχίας οι Κων. Γεωργιάδης, ’Ιωάννης Φαρμάκης καί Βασίλειος Παπαγιάννης. Το κοινό τής πόλης τιμάει επίσης την παράσταση. Σχετική είναι καί ή δημοσιογραφική είδηση: Το δράμα επηκολούθησεν ή ανεκτίμητος κωμωδία “Δεν έχεις τα Προσόντα”, αξίζουσα όσο να είπη κανείς, αρκεί πού ήτο του Σουρή, του μεγάλου κωμικού μας15.

Ή κωμωδία είναι μια έξυπνη πολιτική καί κοινωνική σάτιρα τής εποχής. Ό ποιητής σατιρίζει τη ρουσφετολογική συναλλαγή των πολιτικών, ή οποία καί σήμερα ταλαιπωρεί την ελληνική κοινωνία. Μέσα από την παροχή καί αντιπαροχή του ρουσφετιού δημιουργούνται οι πελατειακές πολιτικές σχέσεις, οι όποιες παραμορφώνουν τον δημόσιο βίο καί καταστρατηγούν τη συνταγματική ισότητα των Ελλήνων. Τα αιτήματα του πολίτη, ο όποιος δεν είναι ενταγμένος στη λογική λειτουργία του ρουσφετιού, μένουν ανεκπλήρωτα. ’Απορρίπτονται με την υποκριτική δικαιολογία του ρουσφετοδότη:

Ορκίζομαι εις τον Θεόν, τον πανταχού παρόντα,

ότι αυτός παντάπασιν δεν έχει τα προσόντα.

Ό Θίασος συνεχίζει με ζήλο την οργάνωση θεατρικών παραστάσεων στην πόλη. Τον ’Απρίλιο του 1891, ήμερα τής εορτής του Λαζάρου, ανεβάζει το δραματικό έργο του ’Αριστοτέλη Βαλαωρίτη Ή Κυρά Φροσύνη. Ό τοπικός Τύπος αναγγέλλει την παράσταση: Μετά ανυπόκριτου χαράς αγγέλλομεν ότι ό σύλλογος [...] θα δώση αύριον τή εσπέρα του Λαζάρου ετέραν ευεργετικήν παράστασιν εν τω Παρθεναγωγείω). Θα παρασταθή Ή Κυρά Φροσύνη τού αειμνήστου Βαλαωρίτου, ήτις εκρίθη ευμενέστατα υπό των Ευρωπαίων καί ήτις απηθανάτισε τον ποιητήν16.

Ή επιτυχία τής παράστασης θεωρείται καί σε τούτη την περίπτωση δεδομένη. Ό τοπικός Τύπος προεξοφλεί την προσέλευση αρκετού κόσμου: Ή συρροή τού πλήθους εις την παράστασιν προμηνύεται μεγίστη, διότι θέλει να ίδη (ακούση) τούς ταναούς καί απαράμιλλους στίχους του Βαλαωρίτου. Το δράμα θ’ ακολουθήση ως κωμωδία ο θαυμάσιος καί πολύκροτος μονόλογος Όποιος φυλάει τα ρούχα του” (Πολίτης, φ. 92, 1891). Ή εφημερίδα δικαιώνεται στην πρόβλεψή της για τη μαζική προσέλευση των θεατών κατά την παράσταση.

Τα πρόσωπα τού έργου ζωντανεύουν όλα στη σκηνή: Ό Άλή πασάς, ό Ταχήρ, ό Μουχτάρ, ή Φροσύνη, ό μητροπολίτης Ιγνάτιος, ο καπετάν Δράκος. Οι ηθοποιοί πού ερμηνεύουν το έργο είναι οι ίδιοι στους κύριους ρόλους. Ή σκηνή ανοίγει με τη γνωστή καί υποβλητική εικόνα τού ποιητή για την πόλη των Ίωαννίνων:

’Επέσανε τα Γιάννενα σιγά νά κοιμηθούνε,

εσβύσανε τα φώτα τους, έκλείσανε τά μάτια.

Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθειά στην αγκαλιά της,

γιάτ’ είναι χρόνοι δύστυχοι καί τρέμει μη το χάση.

Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.

'Ο ύπνος είναι θάνατος, καί μνήμα το κρεββάτι,

κ’η χώρα κοιμητήριο, κ’ ή νύχτα ρημοκλήσι17.

Πριν από την παράσταση του βαλαωριτικού δράματος 'Η Κυρά Φροσύνη, οι υπεύθυνοι του Θιάσου είχαν άλλο έργο στο ρεπερτόριό τους. Προετοιμάζονταν να ανεβάσουν την κωμωδία του Σουρή η Περιφέρεια. Άλλαξαν όμως πρόγραμμα, υστέρα από υποδείξεις λογίων τής πόλης να προηγηθεί η Κυρά Φροσύνη καί ν’ ακολουθήσει ή κωμωδία: Ένέδωσαν πρός τούτο εις τας παρακλήσεις πολλών λογίων μας18, γράφει τοπική εφημερίδα. Καί πραγματικά, ό Θίασος τηρεί πλήρως αυτή τη σειρά.

Ποιοι όμως είναι αυτοί οι λόγιοι καί μάλιστα πολλοί στο ’Αγρίνιο; Καταρχήν τη χρονιά αυτή εγκαθίσταται ως δικηγόρος στην πόλη ο Κώστας Χατζόπουλος19, γνωστός ήδη ως ποιητής από τίς δημοσιεύσεις του. Παράλληλα υπάρχουν ό συνομήλικός του ’Αθανάσιος Γεράκης20, μετέπειτα σκηνοθέτης καί θεατρογράφος, ό τοπικός ιστορικός συγγραφέας Θεόδωρος Χαβέλλας, καθώς καί οι εκκολαπτόμενοι νέοι λόγιοι Κώστας Δημάδης καί Δημ. Χατζόπουλος. ’Επίσης δρουν οι δημοσιογράφοι Γεώρ. Βλαχόπουλος, ’Ιωάννης Ρόκος, Τηλ. Μπέλλος, Παναγ. Ζωγράφος.

'Όλοι αυτοί μαζί με τα μέλη του τοπικού Θιάσου δίνουν έναν εκπολιτιστικό τόνο. Καί κατά κάποιον τρόπο χρωματίζουν το νεοσχηματιζόμενο πνευματικό πρόσωπο τής πόλης. Ή βοήθεια του νεαρού δικηγόρου Χατζόπουλου πρός τον Θίασο πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ό ίδιος άλλωστε μετέχει πάντοτε σέ κάθε εκπολιτιστική κίνηση καί αισθάνεται ιδιαίτερη αγάπη για το θέατρο. Γι’ αυτό καί αργότερα αναδεικνύεται ένας πραγματικός θεατράνθρωπος.

'Ένας τοπικός δημοσιογράφος, εκφράζοντας τίς προτιμήσεις του θεατρόφιλου κοινού τής πόλης, γράφει πρός τον Θίασο: Θέλομεν νά ίδωμεν τήν ύφ’ υμών υποδειχθείσαν ετέραν θαυμασίαν κωμωδίαν του Σουρή Ή ευρεία Περιφέρεια21, γνωστή ήδη καί από την απήχησή της στα αθηναϊκά θέατρα. Ή παράσταση τής κωμωδίας σημειώνει εξαιρετική επιτυχία, όπως καί τα προηγούμενα θεατρικά έργα, τα οποία ανεβάζει ό Θίασος.

Ή κωμωδία είναι μιά τσουχτερή σάτιρα, ένας ηθικός θερμοκαυτήρας στα μηχανεύματα των πολιτικάντηδων για την πλαστογράφηση τής λαϊκής θέλησης με το σύστημα τής στενής καί ευρείας εκλογικής περιφέρειας. Το θέμα είναι διαχρονικό. Ό εκλογικός νόμος χρησιμοποιείται καί σήμερα για τη νόθευση τής πολιτικής ζωής τού τόπου. Ό υποψήφιος βουλευτής, τού όποιου τον ρόλο ερμηνεύει ό Κων. Γεωργιάδης, υπόσχεται τα πάντα στους ψηφοφόρους τής ελληνικής επαρχίας, επομένως καί τού ’Αγρίνιου:

Παρακαλώ, τούς ψήφους σας σ’ έμενα μόνον δότε

καί όταν γίνω βουλευτής, θα πώ πολλά τα έτη,

έξω ή φτώχεια, βρέ παιδιά, καί κάθε σας σεκλέτι.

Ό,τι δουλειά ζητήσετε προθύμως θα την κάνω22.

Ό Θίασος κατακυρώνεται στην τοπική κοινωνία με την εκπολιτιστική του δράση. Σέ λίγο προετοιμάζεται να ανεβάσει το δράμα τού Σπ. Βασιλειάδη Γαλάτεια. Ό τοπικός Τύπος το χαρακτηρίζει αριστούργημα απαράμιλλον. Γι’ αυτό καί με ενθουσιασμό συγχαίρει τον Θίασο για την απόφασή του καί βεβαιώνει για την επιτυχία τής παράστασης: Ναί! επικροτούμεν το ρηθέν δράμα διότι θέλομεν να ίδωμεν τα μεγαλύτερα αισθήματα παλαίοντα. Θα σάς τιμήσωμεν όλοι23.

Ή υπόθεση τού δράματος εμπνέεται από το περίφημο δημοτικό τραγούδι τής ’Άπιστης Γυναίκας, το όποιο αρχίζει με τούς στίχους: ’Άλλο δε μ’ εμάρανε μες στον απάνω κόσμο, /σαν τ’ άλογο το γλήγορο καί τ’ άξιο τό ζευγάρι24. Ό ίδιος ό δραματογράφος αναφέρει σχετικά: ’Επί του θαυμάσιου τούτου τής δημώδους μούσης επυλλίου ίδρυσα τόν εικονικόν μύθον τής Γαλάτειας 25. Το δράμα εκτελείται στη σκηνή από έξι συνολικά πρόσωπα, των οποίων τούς ρόλους υποκρίνονται προφανώς οι ίδιοι ηθοποιοί.

’Ασφαλώς ό θίασος δεν παρουσιάζει μόνον αυτά τα έργα στο άγρινιώτικο κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ανεβάζει την Τύχη της Μαρούλας του Κορόμηλά, τη Γκόλφω του Περεσιάδη, τον Υπηρέτη του ’Άννινου καί ίσως κάποια άλλα ακόμη. Την πρώτη όμως θέση στο ρεπερτόριό του κατέχει ό Σουρής. Είναι ο πιο δημοφιλής καί αγαπημένος σατιρικός ποιητής. Τίς κωμωδίες του παρακολουθεί με πολύ ενδιαφέρον το κοινό τής εποχής.

Ό ελληνικότατος τύπος, τον όποιο πλάθει ό ποιητής, ό περίφημος Φασουλής, είναι το κεντρικό πρόσωπο σέ πολλές κωμωδίες του: ό Φασουλής φιλόσοφος, πολιτικός, αρχιληστής, τσέλιγκας, χορευτής, αναπαραδιάρης επίσης ό Φασουλής στον Άδη, στα χέρια του τσολιά, συνομιλητής του Τρικούπη καί άλλες. Ό αγρινιώτικος Μιμοδραματικός Θίασος παίζει αρκετές από αυτές τίς κωμωδίες ή τούς σατιρικούς διαλόγους του ποιητή.

Πρός ψυχαγωγία του κοινού οργανώνει μάλιστα καί ειδικές λαϊκές παραστάσεις, συνήθως τα Σαββατοκύριακα, στο καφενείο του Πάνου Μεταξά, στην κεντρική πλατεία τής πόλης. Σχετική είναι καί μια ανακοίνωση του Θιάσου, στις αρχές Ιουλίου του 1892: Γνωστοποιούμεν εις το ενταύθα κοινόν, ότι εν τω υπό την οικίαν Εύθ. Σταθοπούλου καφενείον του κ. Πάνου Μεταξά, παρά την μεγάλην πλατείαν, γίνονται καθ’ εσπέραν θεατρικαί παραστάσεις ό “Φασουλής”26. Ό Θίασος εισπράττει μικρό μόνον αντίτιμον εισιτηρίου στις παραστάσεις αυτές.

Παρόλα αυτά δεν λείπουν κάποια παρατράγουδα. Λίγους μήνες πρωτύτερα, την πρώτη Μαρτίου 1892, ό Θίασος παίζει στον ίδιο χώρο άλλη κωμωδία. Μερικοί νταήδες προκαλούν επεισόδιο. Θέλουν να μπουν με το ζόρι στην παράσταση χωρίς εισιτήριο. Δυό χωροφύλακες έξω από την αίθουσα ανταλλάσσουν μεταξύ τους ηχηρά γρονθοκοπήματα. ’Αναστατώνεται ολόκληρο το κέντρο τής πόλης για δυό ώρες, οπότε ματαιώνεται ή παράσταση.

Ό Τύπος καταγράφει το επεισόδιο: Την πρώτην τρέχοντος μηνάς έν τω Μιμοδραματικώ Θεάτρω ερίσαντες οι χωροφύλακες Σκιαδόπουλος καί Τσερεπήσος ήρκέσθησαν εις απλά μόνον γρονθοκοπήματα.cΩσαύτως την ιδίαν εσπέραν τινές των ενταύθα νέων μας (βλάμηδες) επεθύμουν νά είσέλθωσιν έν τω ανωτέρω θεάτρω άνευ πληρωμής καί μόλις καί μετά βίας ή διασαλευθείσα ησυχία μετά δίωρον κατωρθώθη νά επανέλθη. Και όλοι αυτοί οι καυγάδες ήσαν διά τούς δυστυχείς τούς ηθοποιούς, οίτινες μεγάλως έζημιώθησαν κατά το εσπέρας εκείνο21.

Το κοινό αγανακτεί από την έκταση των επεισοδίων. Κυρίως γιατί εκθέτουν την πόλη. Ή τοπική εφημερίδα, εκφράζοντας τη γενικότερη λαϊκή απαίτηση, ζητεί την προστασία τού Θιάσου. Προτείνει στον υπεύθυνο προϊστάμενο τής ’Αστυνομίας την τοποθέτηση φρουρού έξω από το Θέατρο για την τήρηση τής τάξης καί την απρόσκοπτη λειτουργία του: Αναγκαίον νομίζομεν, κ. ’Αστυνόμε, όπως θέσητε Αστυνομικόν κλητήρα εν τω Θεάτρω ώς φρουρόν πρός πρόληψιν παρομοίων σκηνών (Πολίτης, φ. 135, 1892).

Πίσω από την επιφάνεια όμως των γεγονότων υποκρύπτονται κάποιες βαθύτερες αιτίες. Ή εκπολιτιστική δράση τού Θιάσου δεν έχει μόνο θαυμαστές μέσα στην πόλη. ’Έχει καί ορισμένους αντιπάλους, οι όποιοι δεν θέλουν τέτοιους νεωτερισμούς. Είναι τα ίδια εκείνα στοιχεία, τα όποια αντιμάχονται ακόμη καί την έλευση τού σιδηροδρόμου στο ’Αγρίνιο. Τούτο καταγγέλλει αργότερα ό Κώστας Χατζόπουλος. Είναι πλέον νόμος τής ιστορίας, ή πρόοδος να προκαλεί πάντοτε την αντίδραση των δυνάμεων τής συντήρησης καί τής οπισθοδρόμησης.

Με τίς βαθμιαίες αλλαγές στην κοινωνική ταξιθεσία τής πόλης, τα παλαιά γαιοκτημονικά στρώματα αντιδρούν στις έξαστικές διαδικασίες τού τοπικού γίγνεσθαι. Καί εδώ βρίσκεται ή κοινωνιολογική αιτία των αντιθέσεων, οι όποιες εκδηλώνονται σέ όλα τα επίπεδα: από τίς εκσυγχρονιστικές ανατροπές στην οικονομία ώς τη λειτουργική εμφάνιση τού θεάτρου- από τίς παλαιές νομοκατεστημένες άξιες ώς τίς καινούριες πολιτισμικές αναγνωρίσεις καί κατακυρώσεις. Καί αυτή ή διαδικασία τής σύγκρουσης τού παλαιού με το καινούριο, τού Ναι με το ’Όχι, θα υπάρχει όσο καί ή ανθρώπινη κοινωνία.

’Απόδειξη γιά τίς διάχυτες συντηρητικές πεποιθήσεις καί νοοτροπίες απέναντι στό θέατρο είναι ή στάση μερικών πρός τόν Θίασο Λεκατσά, ό όποιος τόν ’Ιούλιο τού 1889 επισκέπτεται τήν πόλη. ’Αρκετοί, έπαινώσι τόν άφιχθέντα θίασον διά τήν επιτυχίαν των τριών παραστάσεων. ’Άλλοι ομιλούν περί οίκτροτάτης αποτυχίας. Καί όχι μόνον αυτό, άλλά ζητούν επιπλέον τήν άμεση άναχώρησή του: Καλά θά έ'καμνε ό κ. Λεκατσάς ν’ Αναχωρούσε έκ τής πόλεώς μας μετά τών υπ’ αυτού κομισθέντων λαμπρών ηθοποιών πριν ή τόν έκδιώξωσι διά σφυριγμάτων καί λεμονοβλημάτων28.

’Από τη χρονιά αυτή καί υστέρα τρέχει αρκετό νερό στο μύλο των κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Ό τοπικός Θίασος συμβάλλει με το έργο του σημαντικά στην αλλαγή νοοτροπιών, πεποιθήσεων καί συμπεριφορών. Το θέατρο δεν θεωρείται πλέον ως ηθικόν εκμαυλιστήριον, ως κοινωνικόν προαγωγείον, καθώς τονίζει ό τοπικός Τύπος. Ή εκπολιτιστική αξία καί σημασία του γίνεται αντιληπτή από τα ευρύτερα στρώματα τής τοπικής κοινωνίας. Καί αυτό ακριβώς στέκεται το αντικειμενικό έρεισμα για το ριζοβόλημά του καί την ανάπτυξή του.

Ό Θίασος διαμορφώνει στην αγρινιώτικη κοινωνία ένα κοινό, το όποιο αγαπάει το θέατρο καί εκφράζει αστικές εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις. Γίνεται ό πνευματικός δίαυλος για να υπεισέλθουν νέες έννοιες καί κριτήρια στις κοινωνικές συμπεριφορές: ή κοσμικότητα, ό κοινωνικός συγχρωτισμός, οι επιμελημένες εμφανίσεις, ή μόδα, οι ευπρεπείς τρόποι, οι ομαδικές μορφές ψυχαγωγίας καί συγκίνησης από τα θεατρικά δρώμενα, ή δημοσιότητα. Όλες αυτές οι έννοιες ή οι δεοντολογικοί κανόνες δεν μένουν ανενεργοί. Εισβάλλουν στην τοπική κοινωνία καί υπονομεύουν τίς παλαιές νοοτροπίες.

Συγκροτούν δηλαδή ένα νέο κοινωνικό κώδικα τού αισθάνεσθαι και τού φέρεσθαι. Επιβάλλουν διαφορετικά κανονιστικά πρότυπα. Υπαγορεύουν άλλες στάσεις στα πράγματα, στίς διαπλοκές τών κοινωνικών σχέσεων, με οποιεσδήποτε μορφές καί αν εκδηλώνονται αυτές, είτε ως καθημερινή σκέψη καί πράξη, είτε ως εμφάνιση, είτε ως αίσθηση, είτε ως έρωτας. Καί όλα αυτά αφορούν στο επίπεδο τής κοινωνικής ψυχολογίας.

’Αλλά δεν είναι μόνον οι έννοιες αυτές οι όποιες φέρνουν αντιμέτωπες τίς παλαιές νοοτροπίες με τα καινούρια μηνύματα τού θεάτρου. Είναι καί άλλες αμεσότερες. Οι επιλογές πού κάνουν οι υπεύθυνοι τού Θιάσου για να ανεβάσουν κωμωδίες του Σουρή δεν είναι τυχαίες ή συμπτωματικές. Γίνονται με συγκεκριμένη καλλιτεχνική σκοπιμότητα. Στο βάθος είναι επιλογές, οι οποίες υποδηλώνουν ή μαρτυρούν ένα συνειδητοποιημένο αίτημα για την ανάπτυξη εκπολιτιστικών διεργασιών στην πόλη.

Με τη σατιρική γλώσσα τού Σουρή, οι ηθοποιοί μιλούν όχι σέ κάποια επαρχία τού βασιλείου τής Δανιμαρκίας. Επιδιώκουν να παρέμβουν στα πολιτικά καί ηθικά δρώμενα τής δικής τους τοπικής κοινωνίας. Ό Σουρής, αυτός ό νεότερος ’Αριστοφάνης, μαστιγώνει καί αφυπνίζει με το γέλιο. Λοιδορεί τη φαυλοκρατική Διοίκηση, το κράτος πού τιμάει τα ξέστρωτα γαϊδούρια. Γελοιοποιεί τούς πολιτικούς φασουλήδες καί τούς ποικιλώνυμους βλαχοδημάρχους καί αστυνόμους των καιρών. Κατεξευτελίζει τίς μαγείες καί τα θαύματα των τσαρλατάνων. Δακτυλοδεικτεί τούς διάφορους επαρχιακούς κομματάρχες, οί όποιοι ρουσφετολαμβάνουν καί ρουσφετοδοτούν στη ράχη του λαού. Διαπομπεύει καί μαστιγώνει ανηλεώς τούς ασπόνδυλους αυλικούς, αλλά καί τι βασίλισσα με τον ονειδιστικό λόγο του:

Κυρά Γιώργαινα γυρίστρα, κυρά Γιώργαινα μπεκρού,

θα γενής πομπή του κόσμου, του μεγάλου του μικρού29.

Με αυτούς ακριβώς τούς υπαινικτικούς στίχους οι νέοι ηθοποιοί ομιλούν στον τοπικό τους περίγυρο. Εμμέσως είναι σα να ζητούν θεσμικές αλλαγές στην ελληνική πραγματικότητα. Για πρώτη φορά ακούγεται ένας τέτοιος λόγος στο ’Αγρίνιο των άπραγων νοικοκυραίων, των εισοδηματιών, των κομματαρχών καί διαμεσολαβητών τής εξουσίας. Γι’ αυτό καί δ Θίασος συναντάει την αντίδραση, τη διαβολή, τη συκοφαντία των οπισθοδρομικών στοιχείων τής πόλης. Καί αυτό είναι μιά απόδειξη πώς στο ’Αγρίνιο αρχίζει να λειτουργεί ό κινητήριος νόμος τής κοινωνικής πάλης των αντιθέσεων.

Ένας ανώνυμος τοπικός δημοσιογράφος, πιθανόν ο Παναγ. Ζωγράφος, υπερασπίζεται με σθένος τούς πρωτοπόρους νέους του Θιάσου. Γράφει πώς το έργο καί τα ευεργετικά αισθήματά τους, θα πρέπει να κινήσουν παντός σκεπτομένου καί αγαπώντος τον τόπον του ανθρώπου τον ενθουσιασμόν, την χαράν καί την αγάπην πρός την νεολαίαν μας παρουσιάζουσαν δείγματα ότι ή κοινωνία μας βελτιώνεται, προάγεται τα τοιούτα μετά μεγάλης μας χαράς παρατηρήσαμεν εις άτομα μεγάλως επιδρώντα εις τον τόπον μας30.

’Αλλά δεν διαπιστώνει μόνον αυτά ό δημοσιογράφος. Περνάει καί στην επίθεση: Δυστυχώς παρατηρήσαμεν μετά μεγάλης μας λύπης ότι οι μοχθηροί, τα καθάρματα, οι φθονεροί εν τη κοινωνία μας υπερέβησαν τα όρια τής διαβολής καί συκοφαντίας των εδώσαμεν προσοχήν εις τα φληναφήματα των τελευταίων τούτων. "Αχ! Βραχωρίτες! Βραχωρίτες! Διατί αναγαλλιάζετε τόσον εις τας ραδιουργίας; Διατί θυσιάζεσθε να στιγματίζητε πάσαν πρόοδον εις τον τόπον μας; Διατί μαραίνετε ευγενή αισθήματα φιλότιμων νέων30;

Οι νέοι παρόλα αυτά τραβούν την Ανηφόρα, έχοντας στημένο το αφτί τους στο τραγούδι τής προόδου. Το νήμα τής θεατρικής παράδοσης πιάνουν αργότερα στην πόλη κάποια άλλα άτομα. Ή κοινωνία γεννάει πάντα πρωτοπόρους, πού αγωνίζονται να ξεκολλήσουν τον ήλιο από τη λάσπη, όπως λέγει ό Σικελιανός. Πρός το τέλος τής τελευταίας δεκαετίας του ιθ' αιώνα υπάρχουν στο ’Αγρίνιο, εκτός από τον θεατρικό Θίασο, Φιλαρμονική Εταιρεία, Μουσικό Τμήμα, Γυμναστήριο, οργανωμένη κίνηση γυναικών.

Βεβαίως όλα αυτά είναι θέματα πρός έρευνα καί τεκμηρίωση. Ή ιστορική φυσιογνωμία τής πόλης συγκροτείται μέσα από τίς κινήσεις της. Αυτές αποτελούν καί το βαθμόμετρο των αναπτυξιακών διεργασιών της. Καί ιδού ότι μερικοί έχουν μπροστά τους λαμπρό στάδιο. ’Αντί να δολοπλοκούν ή να προβαίνουν σέ σκοταδιστικές ενέργειες, είναι προτιμότερο να ασχολούνται με την έρευνα τής πνευματικής, τής οικονομικής καί τής κοινωνικής ιστορίας τής πόλης. Καί τότε δεν θα κουδουνίζουν ας ψευδάργυρος με τίτλους χωρίς αντίκρισμα. Θα πείθουν με το έργο τους. Καί προπαντός μεν το ήθος τής έρευνας.

Μάρκος Γκιόλιας

 

ΑΛΛΑ KEIMENA:

Κείμενα Ιστορίας
Πρόσωπα & Πράγματα
Πεζογραφία
Ποίηση
Παραδόσεις & Έθιμα
Ταξιδεύοντας
Index....
Ιστορία

Μ. Γκιόλια: Οι απαρχές του θεάτρου στο  Αγρίνιο.

Γερ. Παπατρέχα: "Oι Απαρχές της ιστορίας του Αγρινίου"

Ι. Νεραντζή:  "Η απελευθέρωση του Αγρινίου το 1821"

Λένας Γιαννακοπούλου: "Το Αγρίνιο του 1875"

Ι. Διονυσάτου: "Η τύχη των Εβραίων του Βραχωριού"

Αθ. Παλιούρα: "Για ένα καρβέλι ψωμί"

Μ. Γκιόλια: Η τυπογραφία και δημοσιογραφία στο Αγρίνιο

Δημ. Πριόνα: "Κώστας Σιαδήμας"

Εφημερίδα "Φωνή του λαού": Η εκτέλεση των 120

Λένα Γιαννακοπούλου: "Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού ..."

Νίκου Καπώνη: "Ο παλαιός Άγιος Χριστόφορος"

Τασούλα Βερβενιώτη: Ζαπάντ, η Μεγάλη Χώρα της σιωπής

Γιάννη Νεραντζή: "Το Σαντζάκιον του Κάρλελι"

Γιάννη Νεραντζή: "Το Βραχώρι εκάη"

Γερ. Παπατρέχα: Ακαρνανικά "Αλυζία"

Ι. Νεραντζή: Το Βραχώρι στην Τουρκοκρατία

Ι. Νεραντζή: Το Ζαπάντι στην Τουρκοκρατία

 

Οι παραπομπές του κειμένου

  1.  Έφημ. Πολίτης, φ. 22 (8.10.1889), 2.

  2. Έφημ. Πολίτης, φ. 22 (8.10.1889), 2.

  3. Έφημ. Πολίτης, φ. 22 (8.10.1889), 2

  4. Έφημ. Πολίτης, φ. 10 (15.7.1889), 3.

  5.  Έφημ. Πολίτης, φ. 78 (16.12.1890), 1.

  6. ’Αθανάσιος Διάκος, Τραγωδία εις τρεις πράξεις καί έξι σκηνάς. Έν Άθήναις 1859.

  7. Έφημ. Πολίτης, φ. 89 (28.3.1891), 2-3

  8. Έφημ. Πολίτης, φ. 91 (6.4.1891), 4.

  9. Έφημ. Πολίτης, φ. 89 (28.3.1891), 3.

  10.  Έφημ. Πολίτης, φ. 20 (21.9.1889), 3.

  11.  Γερ. Σ. Γερολυμάτος, ’Αγρίνιο, δρόμοι πού γράφουν ιστορία, 1994, σσ. 115-119.

  12.  Έφημ. Πολίτης, φ. 89 (28.3.1891), 2-3

  13. Έφημ. Πολίτης, φ. 90 (30.3.1891), 3.

  14.  Έφημ. Πολίτης, φ. 89 (28.3.1891), 1.

  15. Έφημ. Πολίτης, φ. 89 (28.3.1891), 2-3.

  16.  Έφημ. Πολίτης, φ. 92 (13.4.1891), 3.

  17.  Άριστ. Βαλαωρίτης, Ή Κυρά Φροσύνη: "Απαντα, 1, σ. 213.

  18. Έφημ. Πολίτης, φ. 92 (13.4.1891), 3.

  19. ’Ιωάν. Π. Βλασόπουλος, Ό δικηγόρος ’Αγρίνιου Κων. Χατζόπουλος. Ρίζα Άγρινιωτών, τχ. 12-13 (1993), σσ. 42-43.

  20. 20 Έφημ. Πολίτης, φ. 20 (21.9.1889), 3.

    21   Έφημ. Πολίτης, φ. 91 (6.4.1891), 4.

    22  Γ. Σουρής, "Απαντα, 1, σ. 299 (έπιμ. Γ. Βαλέτας).

    23   Έφημ. Πολίτης, φ. 91 (6.4.1891), 4.

    24   Arnoldvs Passow, Τραγούδια Ρωμαίϊκα, 1860, σσ. 347-349. Σπ. Ζαμπέλιος, ’Άσματα δημοτικά τής Ελλάδος, 1852, σσ. 145-146.

    25  Σπ. Βασιλειάδης, Άττικαί Νύκτες, 1882, 2, σ. 34.

    26   Έφημ. Πολίτης, φ. 128 (7.1.1892), 3.

    27   Έφημ. Πολίτης, φ. 135 (8.3.1892), 2

    28   Έφημ. Πολίτης, φ. 10(15.7.1889), 3

    29   Γ. Σουρής, "Απαντα, 3, σ. 178.

    30    Έφημ. Πολίτης, φ. 91 (6.4.1891), 4. Πρβλ. καί φ. 92(13.4.1891), 2' φ. 102(16.6.1891), 2-3.

Νέα Εποχή 2006 

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές