Προβληματισμοί

Δημοσθένη Γ. Γεωργοβασίλη*:

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ

 

 

 

1. Ορισμός: Το πολιτικό ψεύδος ανέκαθεν υπήρξε συστατικό στοιχείο της πολιτικής πρακτικής. Ήδη στα ομηρικά έπη ανευρίσκουμε το πολιτικό ψεύδος ως τρόπο πειθούς και μέσον εξαπάτησης του αντιπάλου. Παρά το ότι όλοι οι φιλόσοφοι και οι ηθικολόγοι καταδικάζουν το ψεύδος και βδελύσσονται τον ψευδόμενο ως αναξιόχρεο, η Πολιτική, η Διπλωματία, η Οικονομία και η Πολεμική εκμεταλλεύονται τη δύναμή του αναλόγως των περιστάσεων. Εκείνος από τους αρχαίους στοχαστές, που έχει ασχοληθεί συστηματικά με τη φιλοσοφία του ψεύδους και έχει αφιερώσει σ’ αυτό δύο μονογραφίες (1. «Για το ψέμα» 395 μ.Χ. και 2. «Εναντίον του ψεύδους», 420 περίπου μ.Χ.) και φαίνεται πως έχει δώσει για το ψέμα τον πλέον επιτυχημένο ορισμό, είναι ο ιερός Αυγουστίνος (354-430): «Εκείνος ψεύδεται, ο οποίος άλλα κρύβει στην καρδιά του και άλλα εκφράζει με τη γλώσσα του ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο».

 

2. Το ψεύδος ως θεμέλιο του σαθρού κράτους: Ο Αυγουστίνος στο θεμελιώδες έργο του «De civitate Dei» («Για το κράτος του Θεού») (413-427) υποστηρίζει ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος αδικίας θεμελιωμένο επάνω στην αδελφοκτονία του Ρωμύλου, και δεν ανταποκρινόταν ποσώς στο ιδεώδες της δημοκρατίας, όπως το είχε περιγράψει ο Κικέρων στο έργο του «De re publica». Γιατί, αλήθεια, για να αμβλύνουν οι Ρωμαίοι την οξύτητα των προβλημάτων της ενοχής τους, επειδή υποδούλωσαν, λήστεψαν  και κατέστρεψαν την Ελλάδα, έπλασαν έναν εθνικής ιδεολογίας μύθο, που τον πέρασαν και μέσα στα μεγάλα τους έπη. Έλεγαν λοιπόν πως τάχα γενάρχης των υπήρξε ο Αινείας, γιος της Αφροδίτης, ο οποίος, αφού διασώθηκε μετά την καταστροφή της Τροίας, ίδρυσε το Λάτιο. Και το Λάτιο «επέπρωτο» να αναπτυχθεί σε αυτοκρατορία, η οποία, για να πάρει εκδίκηση για την Τροία, κατέστρεψε ολόκληρη την Ελλάδα. Αλλά η Τροία ήταν ελληνική και την κατέστρεψαν οι ίδιοι οι Έλληνες, για να εξαλείψουν ένα κράτος-πόλη, που ως συμπληγάδες πέτρες ακόμα από την εποχή της Αργοναυτικής εκστρατείας, αλλά και πολύ παλαιότερα, δηλ. για αιώνες, έφραζε τον διάπλουν των άλλων Ελλήνων προς τον Εύξεινο Πόντο, όπου είχαν ιδρύσει ή ήθελαν να ιδρύσουν αποικίες εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως. Και όταν αυτό το θεσμικό ψέμα έγινε πίστη του ρωμαϊκού λαού, το κράτος εκείνο μαζί με όλους τους θεσμούς του άρχισε να καταρρέει και για το θάνατό του «περίμενε τους βαρβάρους». Αλλά και για την εξαφάνιση αυτής της αυτοκρατορίας μετά την κατάκτησή της από τους Βησιγότθους (410) και την άλωσή της Ρώμης από τους Οστρογότθους (476) δεν φταίει ο χριστιανισμός, γιατί τάχα εξόρισε τους ειδωλολατρικούς θεούς, αλλά φταίει το ψέμα, επάνω στο οποίο είχε στηριχθεί το κράτος αυτό. Παρόμοια τύχη θα έχει και κάθε παρόμοιο κρατικό μόρφωμα, που πασχίζει να βρει κάποια ιστορική δικαίωση σφετεριζόμενο αλλότριες ιστορίες και μεταπλάθοντάς τις σε «εθνικό φρόνημα». Το ψέμα, όταν εφαρμόζεται ως μέθοδος ή ιδεολογία ενός κράτους, οδηγεί αφεύκτως στην καταστροφή.

 

3. Το ψεύδος ως κακόβουλη διαστροφή της αλήθειας: Ο ψεύτης είναι ηθικά ένοχος, διότι ψευδόμενος έχει την πρόθεση να εξαπατήσει, να ζημιώσει, να βλάψει. Επομένως, για να χαρακτηριστεί ως ψεύδος μια έκφραση, ένας ισχυρισμός, μια διαβεβαίωση, πρέπει να υποκρύπτει την πρόθεση προς εξαπάτηση και πρόκληση βλάβης. Όποιος λοιπόν εκφράζει την αναλήθεια, διέπεται όμως από καθαρό συνειδός και αγαθή προαίρεση, αυτός δεν είναι ψεύτης, αλλά πλανώμενος, διότι ανεπίγνωστα κάνει λάθος. Αντίθετα, ψεύτης είναι όποιος σκοπίμως και δολίως διαστρέφει την αλήθεια, διότι έχει την ενδόμυχη πρόθεση να παραπλανήσει και να εξαπατήσει.

 

4. Το ψεύδος ως αναλήθεια: Αν κάποιος δεν λέγει την αλήθεια, επειδή ο ίδιος από κακή εκτίμηση ή εσφαλμένες πληροφορίες πλανάται, έστω κι αν επιμένει πως γνωρίζει καλά την αλήθεια, αυτός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ψεύτης, εφόσον δεν αποκρύβει σκοπίμως την αλήθεια ή έστω δεν την διαστρέφει κακοβούλως. Αναλήθεια, που λέγεται προς ωφέλεια, προς βελτίωση των όρων ζωής κάποιου δυστυχισμένου, δεν είναι ψεύδος. Αίφνης ο ιατρός, που αποκρύπτει την οδυνηρή αλήθεια από τον αθεράπευτα ασθενή και από αγαθή προαίρεση προσπαθεί με εμψυχωτικές διαβεβαιώσεις να τον στηρίζει ηθικά κατά την πάλη του με το θάνατο, δεν είναι ψεύτης. Αλλά και σε περίπτωση πολέμου το ψεύδος είναι ιδιαιτέρως συγγνωστό και κάποτε μάλιστα επιβεβλημένο. Το ίδιο ισχύει και στην περιοχή της διπλωματίας, όταν μάλιστα κάποτε δεν είναι δυνατόν να συγκαλύπτεται η αλήθεια με την σιβυλλική γλώσσα της δελφικής αμφισημίας. Δηλαδή, αν δεν λες την αλήθεια, διότι πλανάσαι ή διότι θέλεις να την συγκαλύψεις ή να προσποιηθείς, για να αποφύγεις κάποιο μεγάλο κίνδυνο, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεσαι ως ψεύτης. Έτσι π.χ. και στα δικαστήρια δεν καταδικάζεται επί ψευδορκία ο κατηγορούμενος, ο οποίος μετέρχεται το ψεύδος ως υπερασπιστική δύναμη. Άλλωστε η ανάγκη της προσποίησης, του τεχνάσματος, του δόλου και της εξαπάτησης είναι αυτόχρημα βιολογική, αφού ο ρόλος της είναι θεμελιώδης ως τρόπος ζωής στο βασίλειο των ζώων

 

5. Η «διπλή καρδιά» ως πηγή του ψεύδους: Αλλά ποια είναι η πηγή του ψεύδους; Αναμφιβόλως το ψεύδος, χρησιμοποιούμενο ακόμη και ως αναγκαίο κακό σε επικίνδυνες περιπτώσεις, είναι ηθικώς καταδικαστέο. Επειδή λοιπόν ο ψεύτης άλλα έχει στο νου του και άλλα λέει, είναι πρόδηλο ότι ο ψευδόμενος ασκεί διπλό ρόλο, όπως όλοι εκείνοι, που διαθέτουν διπλή καρδιά και πιστεύουν στη διπλή αλήθεια. Και ο ψεύτης κρύβει την αλήθεια και προβάλλει τη διαστροφή της. Αλλά ιδιαίτερα επιλήψιμη είναι η συμπεριφορά του καυχηματία ψεύτη, του είρωνα, του γελωτοποιού ή του σατιριστή, όταν επιτίθεται εναντίον του αντιπάλου με πρόθεσή του την πρόκληση ηθικής μείωσης, οικονομικής βλάβης ή κοινωνικής καταδίκης. Μια τέτοια ανελέητη συμπεριφορά, επειδή μπορεί με τον διασκεδαστικό χαρακτήρα της να παρασύρει τον όχλο και να τον καταστήσει δύναμη καταστροφής του αντιπάλου, είναι πολλαπλώς καταδικαστέα. Και όμως η συμπεριφορά αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα σε κοινωνίες δίγλωσσες και διπρόσωπες, που δείχνονται μεν ως δημοκρατούμενες, αλλά στο βάθος είναι αυταρχικές ή δουλοπρεπείς και ετεροκίνητες. Και αυτό συμβαίνει, επειδή τα μέλη αυτών των κοινωνιών δεν έχουν διαπαιδαγωγηθεί με τις αρετές, που μπορούν να καλλιεργήσουν στη συνείδηση οι αρετές της δικαιοσύνης και της φρόνησης, των οποίων δάσκαλοι και υπέρμαχοι πρέπει να είναι οι πολιτικοί ηγέτες τους. Και αυτή η διπλοπροσωπία, με την πλαστή ταυτότητα του ψεύτη ως τίμιου και ειλικρινούς ταγού, επιφέρει τεράστιες και κάποτε εξοντωτικές βλάβες στους πολιτικούς αντιπάλους.

Το ψεύδος, λοιπόν, εκφράζεται πάντοτε με λόγια, προφορικώς ή γραπτώς, ή με οποιονδήποτε άλλον κώδικα γλωσσικής επικοινωνίας. Και επειδή ο κάθε λόγος έχει και τον αντίλογό του, κατά το σχήμα των «δισσών λόγων» της αρχαίας Σοφιστικής, γι’ αυτό και ο ψεύτης έχει τη δυνατότητα να εκφράζει μέσα από μια διπλή καρδιά τη «διπλή αλήθεια» και τη «διπλή Ηθική».

 

6. Η γοητεία του πολιτικού ψεύδους: Αλλά το ψεύδος των πολιτικών προς το λαό γιατί αρέσει - και μάλιστα γοητεύει - τις μάζες, αντί να τις εξοργίζει και να τις αναστατώνει; Είναι μόνο γιατί είναι απαίδευτες και αστόχαστες;

Αλήθεια, περίεργη είναι η μαγεία, που ασκεί το πολιτικό ψεύδος ακόμα στη συνείδηση ανθρώπων και κάποιας σχετικής παιδείας. Αλλά αν σκεφθούμε ότι κάθε γοητεία είναι απάτη και κάθε γόης είναι ένας δημόσιος απατεώνας, δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται όλοι αυτοί με κάποια περίσκεψη; Ναι, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Γιατί οι μάζες λησμονούν γρήγορα τα ευχάριστα και αντιθέτως θυμούνται ευχαρίστως τα δυσάρεστα γεγονότα. Αυτό το φαινόμενο έχει την ψυχολογική του ερμηνεία με βάση το νόμο της εναντιοδρομίας των ψυχικών δυνάμεων. Η μνήμη ποτέ δεν είναι σε θέση να αναπλάσει με πιστότητα τα ευχάριστα βιώματα. Προκειμένου με την ανάμνηση των ευχάριστων γεγονότων να προκύψει απογοήτευση και οδύνη, όταν αυτά έρχονται στη μνήμη τη στιγμή της δυστυχίας, η συνείδηση του ανθρώπου προτιμά να τα απωθεί στο ασυνείδητο, και επομένως να τα λησμονεί. Και η λήθη είναι αμυντικός μηχανισμός.

Όσο για τα λυπηρά βιώματα, όταν με την ανάμνηση τα αναπλάθει η συνείδηση, εκείνη περιέργως ηδονίζεται να τα ωραιοποιεί και να τα προβάλλει ακόμη και ως επίζηλα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ανάγκη να αντλήσει η ψυχή θάρρος για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενης κακοτυχίας, αλλά και να επιδείξει στους άλλους την αντοχή και τον ηρωισμό, που έδειξε κάποτε στην αντιμετώπιση των φοβερών και φρικτών. Μιλούμε τότε για την αισιοδοξία της αναμνήσεως, μιαν ιδιότητα της λαϊκής ψυχής, η οποία εκδηλώνεται στις επικές και λαϊκές διηγήσεις, στους μύθους, στις παραδόσεις, ακόμη και στο δημοτικό τραγούδι. Φαίνεται λοιπόν ότι η ψυχή του λαού χρειάζεται το ψεύδος ως ζωτική του δύναμη.

 

7. Το πολιτικό ψεύδος και η λαϊκή φαντασία: Τα πρώτα μεγάλα ποιήματα των αρχαίων λαών βρίθουν μεγαλειώδεις διηγήσεις για πλαστές περιπέτειες απίθανων και υπεράνθρωπων ηρώων. Οι φανταστικές περιπέτειες στα παραμύθια και στα συμβολικά και αλληγορικά ποιήματα των λαών, οι συναρπαστικές διηγήσεις των λαϊκών παραδόσεων, ο μύθος της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, του έπους του Γιλγκαμές, οι «Αληθινές ιστορίες» του Λουκιανού, οι ανατολίτικες περιπέτειες του Σεβάχ του θαλασσινού, τα θαυμάσια ταξίδια του Μυνχάουζεν, οι ποικίλες ροβινσωνιάδες, τα λογοτεχνικά κείμενα, που αποδείχθηκαν διαχρονικής επικαιρικότητας, όπως η κωμωδία του Πλαύτου «Αλαζονικός στρατιώτης», σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, τα μυθιστορήματα του Ραμπελέ «Γαργαντούας» και «Πανταγκρουέλ», γενικά το καλλιτεχνικώς επενδυμένο ψέμα αιχμαλωτίζει την ψυχή και την παρασύρει στην άκριτη αποδοχή του ακόμη και όταν αυτό υπάρχει μέσα στις ιστορικές αφηγήσεις. Αντίθετα, οι περιγραφές γεγονότων με τη σοβαρότητα και την ακρίβεια της επιστημονικής φιλαλήθειας δεν συγκινούν τα πλήθη.

 

8. Ο ερωτισμός του ψεύδους: Οι μάζες με τους πολιτικούς μοιάζουν σαν τους ερωτευμένους· σαγηνεύονται από τις ωραίες διηγήσεις του ερωτικού τους συντρόφου και αιχμαλωτίζονται από ένα πλουσιόδωρο αίσθημα παραδείσιας ευτυχίας, έστω κι αν προς στιγμή σκεφτούν πως οι ιστορίες, που ακούνε, μπορεί και να μην είναι αληθινές· απλώς τούς αρκεί ότι είναι ωραίες, ότι εμπεριέχουν την ελπίδα της μελλοντικής ευτυχίας. Έτσι π.χ. αποσβολώνεται η Ναυσικά ακούγοντας τον Οδυσσέα στο παλάτι του Αλκινόου να διηγείται τις φοβερές περιπέτειές του, οι οποίες πολλαπλασιάζουν στην ψυχή της τους εκθέτες των ριζών του μεθυστικού, αλλά κρυφού ερωτά της. Το ίδιο συμβαίνει στην τυφλά ερωτευμένη βασίλισσα της Καρχηδόνος, τη Διδώ, όταν ο θαλασσοπνιγμένος Αινείας τής διηγείται τα βάσανα, που πέρασε από τη νύχτα της άλωσης της Τροίας μέχρι την άφιξή του στη λιβυκή ακτή. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο, όπως πιστεύεται, λυρικότερο ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το «Άσμα ασμάτων», που κάποιοι, θέλησαν να το εγγράψουν ως ποίημα του Σολομώντα, όπου δύο ετερόφυλοι με εναλλασσόμενες ερωτικές και γαμήλιες διηγήσεις, που υπερβάλλουν τις φυσικές δυνατότητες, αμιλλώνται στην εξύμνηση του ετεροφυλικού έρωτα. Το ίδιο συμβαίνει και στις εκατό ερωτικές διηγήσεις, που αποτελούν το περιεχόμενο του «Δεκαημέρου» του Βοκκακίου. Η δύναμη του έρωτα της ψυχής για τα «τέλεια και εποπτικά» αναδύεται μέσα από τα βύθια σκότη του μύθου, φέρνοντας στο φως της καθημερινότητας την οδύνη του Ορφέα για την εξαφάνιση της Ευρυδίκης.

 

9. Το πολιτικό ψεύδος ως τροφή των ψευδαισθήσεων: Φαίνεται πως η ψυχή του ανθρώπου, ο οποίος, καίτοι από τη φύση του είναι πολιτικό ον, και επομένως θα έπρεπε να έχει εμπιστοσύνη στον ορθό λόγο, όμως στην  πραγματικότητα ενασμενίζεται στο να περιλούζεται από τη δροσιά του πολιτικού ψέματος. Μέσα στην παραδοξολογία της μυθικής διήγησης, όπου η υπερβολή και το υπερφυσικό γαλβανίζουν την ψυχή και τη φτερώνουν, για να πετάξει πάνω από τους παράδεισους των ευσεβών πόθων και των ανεκπλήρωτων ονείρων, ώστε εκεί μέσα να αισθανθεί την πλησμονή της ψευδαίσθησης της αδιαφιλονίκητης επιτυχίας, το πέλαγος της αδιατάρακτης γαλήνης, τα πλούτη της αιώνιας μακαριότητας. Και αυτό το φτερούγισμα είναι μια ηρωική απόδραση από την τυραννία της καθημερινής πλήξης, από τα τέλματα της απογοήτευσης, από τα πλέγματα του φόβου προς τα ρυάκια της ελπίδας, προς τα ουρανοδρόμα σύννεφα των μύχιων προσδοκιών, προς τα μυρίπνοα άνθη της ευσέβειας και της αρετής. Η βίωση της απόλυτης ελευθερίας μέσα από τα περιπετειώδη ταξίδια, που διευκολύνουν οι ψεύτικες επικές διηγήσεις, χορηγεί στην ψυχή πρωτόγνωρη αγαλλίαση και την ενθαρρύνει να επιστρέψει νοσταλγικά στη συνέχιση του ανάντη δρόμου της πικρής ζωής. Μιας ζωής, πού είναι παγιδευμένη ανάμεσα στα δόκανα της ανάγκης, της στέρησης, της καταπίεσης, της ομηρίας και του θανάτου.

 

10. Οι πολιτικάντηδες ως «προαγωγοί»: Όποιος μπορεί να απελευθερώσει την ψυχή των απλών ανθρώπων για την απόδρασή της από την άχαρη πραγματικότητα και το συναπάντημά της με το ωραίο ψέμα της ζωής και την ευφρόσυνη συνουσία της με τον ευδαιμονισμό του παραμυθιού, αυτός αξιώνεται να κερδίζει και τον έρωτά της. Και τέτοιοι «προαγωγοί» της ψυχής των λαϊκών ανθρώπων είναι κάποιοι επιδέξιοι πολιτικάντηδες, οι οποίοι διαθέτουν και κάποιο χάρισμα, έμφυτο ή επίκτητο, από εκείνα που κοσμούν τα είδωλα της αγοράς. Ο μεγαλόστομος στις εξαγγελίες για το αίσιο και ευτυχές μέλλον, ο πληθωρικός στις γλυκές υποσχέσεις, ο γενναιόδωρος πλειοδότης σε παροχές ιατήριες κάθε νόσου και ασθενείας, ο σοφιστικός απολογητής στη συγκάλυψη της ενοχής του, ο στρεψόδικος δικολάβος ενώπιον της λαϊκής ετυμηγορίας, ο αναίσθητος Ελ Σιντ στις μανιώδεις επιθέσεις του αντιπάλου, ο εξοικειωμένος στη νάρκη του ηθικού μιθριδατισμού, ο εκ πεποιθήσεως αμοραλιστής και συνάμα διαπρύσιος κήρυκας της άκαμπτης Ηθικής, αυτός είναι προορισμένος να κατακτήσει την ψυχή του ψηφοφόρου, αυτός ο παραμυθάς, ο ψευδολόγος, ο ασταθής και αφερέγγυος επαγγελματίας εθνοπατέρας.

 

11. Ο μύθος του παραδείσου ως δόλωμα: Οι παγκόσμιοι μύθοι για τους παραδείσους, τους κρυφούς ή τους χαμένους, οι μύθοι για τους χρυσούς αιώνες, για το ζάπλουτο Μίδα και τον πάγχρυσο Κροίσο, τους σολομώντειους θησαυρούς, τα εκατομμύρια του Μάρκο Πόλο, τους κήπους της ηδονής, τα διονυσιακά όργια και τους παροξυσμούς της Λουκρητίας, τους άθλους του Ηρακλή, για τα φρικτά τέρατα, για τους εκατόγχειρες, τους τιτάνες, τους γίγαντες, τους ημιθέους, τα κακοποιά ή τα αγαθοποιά πνεύματα, για τα Τάρταρα, την Κόλαση, τους δαίμονες, τα φαντάσματα, τους βρικόλακες, όλα όσα τόσο παραστατικά περιέγραψε ο Δάντης και τόσο ζωντανά απεικόνισε ο Ιερώνυμος Μπος ή ο Ροντέν, όλα αυτά δεν θα δημιουργούνταν και δεν θα διαιωνίζονταν ως λίκνο κάθε ψυχής, αν δεν τα προκαλούσε κάποια ανάγκη. Ακόμα και ο Διαφωτισμός, που εναγωνίως πάσχισε να διαρρήξει τους πέπλους των μυστηρίων και να απογαλακτίσει την ψυχή από τους μαστούς της Αμάλθειας των μύθων, να εκλογικεύσει ή με τις προκεχωρημένες δυνάμεις του Νεοθετικισμού να καταργήσει παντελώς ακόμα τη μυθική σκέψη, δεν κατάφερε να αποφύγει και ο ίδιος την ίδια τύχη: δηλ. δεν απέφυγε να γίνει και αυτός ένας μύθος. Γιατί ο κάθε μύθος λειτουργεί ως δόλωμα της ψυχής του λαού.

 

12. Η «παντοδυναμία» των πολιτικών: Είναι γνωστό ότι η Πολιτική είναι η βασιλική επιστήμη. Και όπως οι βασιλείς, για να εδραιώσουν την επιβολή τους στους υπηκόους, χρειάζονταν τους μυθοποιούς και τους ραψωδούς στην αυλή τους, οι οποίοι επεξεργάζονταν θαυμάσιους μύθους για ανύπαρκτα και επομένως πλαστά κατορθώματα, έτσι και η Πολιτική, για να έχει αποτελεσματική δύναμη επιβολής επάνω στις άλλες επιστήμες και δραστηριότητες του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος, χρειάζεται τη μαγευτική δύναμη των μύθων. Οι πολιτικοί έχουν την αρμοδιότητα να εφαρμόζουν στη ζωή των πολιτών την πρακτική φιλοσοφία. Όπως κοινώς λέγεται, η Πολιτική είναι ή τέχνη του εφικτού, ενώ οι πολιτικοί είναι οι άνθρωποι της πράξης. Και επειδή η πράξη είναι εκείνη, που μπορεί να δημιουργήσει για τους πολλούς τις επιθυμητές συνθήκες του ονειρώδους βίου, όπως τουλάχιστον πιστευόταν πως τάχα ζούσαν οι άνθρωποι την εποχή του Κρόνου ή πως μια τέτοια τρισευτυχισμένη ζωή για τους υπηκόους των είχαν επιτύχει οι Εφτά Σοφοί της Ελλάδος, γι’ αυτό και οι πολλοί στρέφονται προς αυτούς ως προς θαυματουργούς αγίους· από αυτούς προσδοκούν την πραγμάτωση των ονείρων τους. Ο Περσέας, ο Μωυσής, ο Ηρακλής, ο Διγενής Ακρίτας, ο Αϊ-Γιώργης κι όλοι οι επώνυμοι και ένδοξοι επαναστάτες είναι τα σύμβολα του απελευθερωτή των υποδούλων, των δεμένων στα καπούλια του αλόγου του Χάροντα, των αιχμαλώτων ή ομήρων· είναι οι οδηγοί τους προς τη γη της Επαγγελίας.

 

Για να αφυπνισθούν όμως από το λήθαργο της δουλείας και να συσπειρωθούν γύρω από τον οραματιστή της ευδαιμονίας των, χρειάζεται ο ένθεος λόγος του αρχηγού να βγαίνει μέσα από την ψυχή του ωσάν μύδροι ηφαιστειακοί και να πυρακτώνει την ψυχή του κάθε ταπεινωμένου οδηγώντας τον στο όνειρο της δύναμης, της ανεξαρτησίας, της υπερηφάνειας, της ευημερίας.

 

13. Οι ένθεοι και κεραύνιοι πολιτικοί: Όσοι πολιτικοί κατορθώνουν να πιστέψουν σ’ αυτό το θεόσδοτο χάρισμα εμπνέονται μύθους, πιστεύουν δυνατά σ’ αυτούς και με αυταπάρνηση στρατεύονται στον αγώνα τον καλό. Ηγέτες ένθεοι και κεραύνιοι μεγαλύνονται ανά μέσον του λαού τους, διότι η πίστη τους στο δίκαιο και στην αλήθεια εξαγιάζει τους αγώνες τους και τους στέφει με την επιτυχία και τη δόξα. Γεώργιος Ουάσιγκτον, Σίμων Μπολιβάρ, Μέγας Πέτρος, Μούτσου Χίτο, Μαχάτμα Γκάντι, Ιωάννης Καποδίστριας, Χαρίλαος Τρικούπης, Ελευθέριος Βενιζέλος, επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

 

14. Η μοίρα των καταναλωτικών μύθων: Αντίθετα, όσοι πλάθουν καταναλωτικούς μύθους, για να εξανδραποδίσουν με τη μαγεία τους τα πλήθη πιστεύοντας μόνο στην υλική δύναμή τους και όχι στη δύναμη της αλήθειας και της πίστης σ’ αυτήν, αυτοί με το φανατισμό αποτυφλώνουν τους λαούς, τους σφετερίζονται και τους οδηγούν στην καταστροφή. Διότι τελικά αυτή είναι η δύναμη του πολιτικού ψεύδους, όταν το διαχειρίζονται αφρόνως ατάλαντοι πολιτικάντηδες και καιροσκόποι ή μανιακοί ηγέτες.

 

15. Η έφοδος στο μέλλον της αλήθειας: Εδώ πρέπει να γίνει μια αναγκαία διασάφηση: το ψεύδος αναφέρεται στο παρελθόν και στο παρόν και όχι στο μέλλον. Στο μέλλον απευθύνεται η υπόσχεση. Το μέλλον είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται μόνο με φαντασία, με σχεδιασμούς και υποσχέσεις. Το μέλλον αναμένει την έφοδο του γενναίου, του φωτισμένου, του εμπνευσμένου οδηγού των πολλών. Η αλήθεια, καίτοι κρυμμένη στο βυθό, έχει μέλλον, αλλά η ανάδυσή της «δεῖται Δηλίου κολυμβητοῦ». Κι αν ένα πρόγραμμα ή μια υπόσχεσή του δεν εκπληρωθεί, αν ο δειλός βουτηχτής δεν κατορθώσει να φθάσει στο βάθος της αλήθειας, να την καμακώσει και να την αναδείξει στην επιφάνεια, τότε γίνεται λόγος για αποτυχία, για ατυχία, για ήττα, για θυσία, και όχι για αναξιοπιστία, εξαπάτηση και ψεύδος. Αφερέγγυος και αναξιόπιστος αποδείχνεται όποιος δεν τηρεί το λόγο του, αυτός που κατά το παρελθόν επανειλημμένα μετέδωσε αναληθείς πληροφορίες είτε σκοπίμως είτε από επιπολαιότητα και πολέμησε εναντίον ανεμόμυλων. Αυτός, που «έταξε λαγούς με πετραχήλια» και τελικά απέδειξε ότι ο θησαυρός ήταν άνθρακες. Ο ψεύτης και ο απατεώνας χρειάζονται καλή μνήμη και σοφιστική συλλογιστική, για να αντεπεξέρχονται στις περιπτώσεις αποκαλύψεως των ψευδών τους. Ο αναξιόπιστος δοκιμάζει τον ψιλό ιδρώτα του πανικού, που κυρίεψε το βασιλιά του παραμυθιού, όταν κάποιος αλαφροΐσκιωτος έκθαμβος φώναξε ανάμεσα στα τυφλωμένα πλήθη ότι ο βασιλιάς ήταν πράγματι γυμνός.

 

16. Η ημέρα της Κρίσεως: Το πολιτικό ψεύδος μπορούν και πρέπει να το αποκαλύπτουν και να το καταγγέλλουν δριμύτατα προς το λαό όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, πού λόγω της μόρφωσής των έχουν την ικανότητα να ασκούν καθολική και ριζοσπαστική κριτική. Ως τέτοιοι λογίζονται οι λογής φωτισμένοι, οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι, οι οποίοι για τον ψεύτη, τον απατεώνα και τον προδότη αποφαίνονται μαζί με τον ποιητή:

   «Αλλά πόρος κανείς για να περάσει ο ήλιος τη φήμη τους στο μέλλον,

   και ημέρα Κρίσεως καμιά, επειδή εμείς αδελφοί,

    εμείς η ημέρα της κρίσεως και δικό μας το χέρι που θ’ αποθεωθεί 

   κατά πρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια».

Και τότε ο κάθε απατημένος και προδομένος λαός ξεσπάει ως ηφαίστειο, για να σαρώσει με τη λάβα της οργής του, τους απατεώνες και τους σατανικούς μηχανισμούς τους. Γιατί μονάχα έτσι μπορεί να δικαστεί και να τιμωρηθεί ο κάθε πολιτικάντης, που επιλέγει να πολιτεύεται ως «αφανής Ιούδας».

 

* O Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Μονάχου